Eπίπονη ιατρική

SHORT STORIES

Ο χρόνος. Πάντα αυτό το αυτοκτονικό πιστόλι κρατούσε το τέμπο της ζωής μου. Δύο τέταρτα ο χρόνος. Αστραπιαίο το τραγούδι σαν ένας ασήμαντος χτύπος καρδιάς. Mικρη διάρκεια .Πάντα λιγοστεύει. Πάντα ύπουλα μας παίρνει λίγο λίγο την ανάσα ώστε να μας αφήσει ξεψυχισμένα έρμαια της τύχης. Kαι φαντάσου άλλοι τον λένε για γιατρό.

Η τύχη. Απατηλή εφεύρεση στην οποία φορτώνουμε είτε αποτυχίες είτε επιτυχίες. Ίσως και συμβάντα. Συναντήσεις σε αίθουσες νοσοκομείων ή αεροπορικών χολ. Εκεί που η αναμονή γίνεται ένα ανατρίχιασμα στα άκρα , ένα ασυναίσθητο δάγκωμα νυχιών – το άγχος. Εκεί η αβεβαιότητα σε ζεί και δεν ξέρεις αν θα σηκωθείς από την άσπρη του θανάτου κλίνη ή αν η πτήση σου θα φτάσει. Σ’αυτές τις αίθουσες κυρίαρχη γυναίκα η ειλικρίνεια. Γιατί να μιλάς με γρίφους; Βλέπεις τα μάτια εκεί.  Φοβόμαστε το ξεχώρισμα μη και αλληλοδειχτούμε και δε φοβόμαστε τον χαμένο χρόνο που μας μπήζει το μαχαίρι όλο και πιο βαθιά , όλο και με μεγαλύτερη εμμονή για να μας σκοτώσει.

Κάποιες νύχτες ακούω μια φωνή να λέει πως φοβάται. Δεν ξέρω πώς να την γιατρέψω ή έστω να την προστατεύσω. Δεν ξέρω πώς να την αγγίξω γιατί ενυπάρχει με το μέσα μου. Δεν ζεί μα υπάρχει. Πολύ σκοτάδι για κάτι απροσδιόριστο. Φοβάται τα επαναλαμβανόμενα λάθη.Έχει χάσει πλέον κάθε πίστη μα και άπιστη τελεσίδικα δεν την λες. Φτιάχνει ένα κλουβί σε ένα κουρασμένο σώμα. Και απλά υπάρχει. Μα η ύπαρξη δεν αποτελεί ζωή. Και η σκέψη γίνεται αναστεναγμός. Εγκλωβισμένοι σε ατέρμονους αδράνειας κύκλους.

Ξέρω πως εκεί που μπορείς να χτίσεις τσιμέντο μπορείς να χτίσεις λουλούδι. Η επιλογή δε θέλει σκέψη. Θεωρίες και λόγια . Ένας κύκλος από σφάλματα . Μισόλογα μισοειπωμένα περισσότερο από τον καπνό και το αλκόολ – ο τόνος της φωνής ξερνούσε εσωτερικευμένα τραύματα εκείνο το βράδυ. Χαμένο το φως καιρό τώρα. Δεν σε γέλασα. Ήξερες. Εθελοτυφλώ όπως πάντα. Και αφού γκρεμιστώ μένω χαμένη με την θύμηση του παραδείσου σε μια κόλαση. Να μετανιώνω χωρίς σωτήρες και να μισώ κάθε σπιθαμή δέρματός μου, κάθε ρανίδα ιδρώτα αναμεμειγμένη με αλμυρό νερό από τα μάτια για τον μοναδικό μου δήμιο , τον εαυτό μου.

Και μια τόση δα λεξούλα πια άρχισε να μας προσδιορίζει. Βλέπεις πόσο αστείοι; Αν. Ξέρω πως θα είναι επίπονο. Γιατί θα είναι λίγος ο χρόνος. Αν.Ξέρω πως θα είναι ένας μικρός θάνατος. Γιατί θα υπάρχει ανάμεσα η θάλασσα. Αν. Ξέρω θα είναι ιδιαίτερο γιατί θα υπάρχει πάντα το παρελθόν. Αν . Θα φοβόμαστε πάντα το φευγιό.

Πως αλλιώς να υπάρξεις; 

Εγώ μέσα σ’αυτό το λίγο έζησα. Στα ξημερώματα που έβλεπα πρώτη τον ήλιο να εισβάλλει  από τις γρύλλιες ή άλλοτε που περπατούσα χαράματα με την φωνή σου ιερό άρτο τροφή των αυτιών μου. Όταν εσύ έλεγες για την ασφυξία των τεσσάρων τοίχων. Όταν σου έλεγα «πονάω»και εσύ συνέχιζες τα χείλη μου «γι’αυτό κρύβεσαι στο βράδυ». Όταν μετράγαμε σπασμένες φτερούγες και συγκρίναμε κολάσεις και δαίμονες. Σ’αυτό το σκοτάδι σου ξεκίνησα να ζώ. Και ούτε που με νοιάζει να ξαναζήσω πιά.

Θα συνεχίσω όμως.

Απλά θα υπάρχω.

87a47a48de6d355e4d44ae4f1e6853a2

Τα μεγάλα ψάρια

Uncategorized

Γύρισα μετά από πολύ καιρό στην πόλη που με γέννησε. Οι πρώτες μου δρασκελιές στα σοκάκια ,την αγαπημένη στιγμή της ημέρας. Σούρουπο. Λιγοστά ίχνη θελκτικού ήλιου να χτυπούν τα στόρια κάποιων γηρασμένων από τον χρόνο παραθυρόφυλλων που θυμίζουν κάποιο ξεχασμένο νησί του Αιγαίου.  Σε άλλο σοκάκι ένα παραγκόσπιτο που γεμίζει από δυό οικογένειες τσιγγάνων. Αν ποτέ βρεθείς εκεί  και τους αντικρίσεις να κάθονται όλοι μαζεμένοι , να προσέξεις τα μάτια των παιδιών και πως θα σε κοιτάξουν. Αυτά είναι η ερώτηση στον εαυτό σου, αυτά και η απάντηση.

Το βήμα επιταχύνει. Πρέπει  να προφτάσω ένα σαραβαλιάρικο αστικό λεωφορείο για το παραθαλάσσιο χωριό.  Τα περισσότερα καλοκαίρια περνούν εκεί. Μουντά. Με μία κυκλική επαναλαμβανόμενη ρουτίνα που είναι ικανή να σκοτώσει και τον πιο παθιασμένο για ζωή άνθρωπο. Eκεί δεν υπάρχει η γλυκιά ηχορύπανση της πόλης. Δεν θα σε ξυπνήσουν το πρωί οι μουσικές επιλογές της γειτόνισσας του διπλανού διαμερίσματος. Δεν θα έχεις την δυνατότητα να είσαι οι πολλοί άνθρωποι που συνυπάρχουν στο σώμα σου. Δε μπορείς να χαζογελάς- όπως εκείνα τα βράδια με τους φίλους σου στο μπαλκόνι που πίνατε μπύρες . Οφείλεις να είσαι σοβαρός να μη σε παρεξηγήσουν. Δε μπορείς να μιλήσεις αθυρόστομα αν θυμώσεις γιατί την ηθική σου – όπως είπε και ο Μίσσιος- την μετράνε στις λέξεις , στην γλώσσα σου ή στα γεννητικά σου όργανα. Και έτσι το πατρονάρισμα φορμάρεται πάνω σου και παίρνει την περπατησιά σου για δύο μήνες.

Και έπειτα οι άνθρωποι. Πάντα εκείνοι. Ακατάπαυστα η παρατήρηση των ανθρώπων. Συνήθως ενώ σε γνωρίζουν σε προσπερνούν πιο γρήγορα από εκείνους που τρέχουν να προφτάσουν το μετρό στο Σύνταγμα τα μεσημέρια που ο καύσωνας ιδρώνει κάθε μέτωπο . Άλλες φορές πάλι γυρίζουν το κεφάλι από την άλλη σαν να ήταν κάποιες σταρ ενός όμως τόσο παρακμιακού hollywood. Υπάρχουν και άλλοι που σου υπενθυμίζουν τις σχέσεις ιδιοκτησίας  που θεωρούν πως υφίστανται μεταξύ ανθρώπων. Ποιανού είσαι εσύ;”  Για εκείνους δεν έχεις όνομα . Μόνο ιδιοκτήτη. Όπως τα πράγματα. 

Στην τόση αδιαφορία ωστόσο κάποιος πραγματικά ξεχώρισε. Είχα χρόνια να τον δώ. Θυμάμαι τον Γιώργη τον ψαρά από παλιά να φέρνει δυο τεράστια ψάρια στα χέρια , σαν να ήταν κυνηγός και να κουβαλούσε λαγούς.  ” Φρέσκο ψάρι για την οικογένεια σου” έλεγε στον πατέρα μου.  Πάντα είχα περιέργεια για αυτόν τον άνθρωπο. Η μορφή του απροσάρμοστη για τούτον τον τόπο. Τον αντίκρισα πάλι , τώρα που επέστρεψα. Η μόνη διαφοροποίηση που παρατήρησα είναι οι ρυτίδες στο πρόσωπό του και ίσως το βουναλάκι που σχηματίζει πλέον το άλλοτε επίπεδο στομάχι του. 

Παρά το πέρασμα των χρόνων τα μαλλιά του όπως ήταν. Πανομοιότυπα με αυτά του Bob Dylan , στον οποίο μοιάζει παραδόξως. Τα χέρια του ροκανισμένα από την αρμύρα και τα μπράτσα γραμμωμένα από τα παραγάδια και τα δίχτυα. Και το χρώμα όπως πάντα ηλιοκαμένο , μιας και είναι από εκείνους τους ξεχασμένους φυσιολάτρες που ξεχνούν το σπίτι και γίνονται ένα με την φύση. Όλη μέρα στις θάλασσες, όλη μέρα στους ήλιους. Θα μπορούσες να τον αποκαλέσεις και χίππη. 

Παλιά ο Γιώργης , περνούσε με την κοπέλα του και πήγαιναν να καθίσουν πίσω από κάτι καλαμιές πλάι στο κύμα. Εκείνη μου θύμιζε την Courtney Love , και οι δυό μαζί ζευγάρι που είχε ξεπηδήσει από το Woodstock και είχε ταξιδέψει με χρονομηχανή απευθείας στο σήμερα. Καταδικασμένοι στην περιθωριοποίηση πρώτα πρώτα επειδή ήταν διαφορετικοί, περιφρονούσαν τα πλούτη. Έπειτα επειδή λέγονταν διάφορες ιστορίες, ότι και καλά την είχανε δεί όντως χίππηδες και επαναστάτες και κάνανε και κανά τσιγάρο παράνομο για να φτιαχτούν και μετά κάνανε λέει όλη την ώρα έρωτα, μέσα στην μέρα, σε παραλίες και είχαν μπερδέψει το Woodstock του ’60 και την απελευθέρωση με το χωριό. 

Τώρα πιά γερασμένος. Δεν τον βλέπω με το κορίτσι. Που να πήγε ο έρωτας; Και που οι καινοτόμες ιδέες; Τώρα τις φορές που τον βλέπω συνήθως το βήμα του τρεμοπαίζει. Και η φωνή του έχει πνιγεί. Πατημένα πενήντα πιά, βλέπεις.

Τελευταία μέρα που τον είδα πριν φύγω πάλι, όπως πάντα  χωρίς μπλουζάκι και με το σορτσάκι που φοράει στο καΐκι , είπε ένα “γειά” ατένισε την θάλασσα όπως οι εραστές καρφώνουν τις ερωμένες τους  και είπε “φεύγω πάω για ψάρεμα και χθες έπιασα μεγάλα ψάρια σήμερα θα είναι ακόμα καλύτερα. Άλλωστε αυτό που έχει σημασία είναι να μην σταματάς να επιζητείς το καλύτερο και να προοδεύεις.”

Έφυγα . Δεν έμαθα τι ψάρια έπιασε και αν όντως ήταν καλύτερη αυτή η  ψαριά του από την προηγούμενη μα έχω την εντύπωση πως η ισχυρή του θέληση θα του έδινε ό,τι και να επιθυμούσε.

 

3416956e57eeab2dce84a6342ca79884