Kαταφύγιο

SHORT STORIES

«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
Θα την αλλάξουμε τη ζωή
παρ’ όλα αυτά Μαρία.

-Κατερίνα Γώγου

Κάποτε ήξερα δύο παιδιά. Πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Τότε πήγαιναν σχολείο. Ξυπνούσαν πρωί και περπατούσαν μέχρι να φτάσουν. Συμφωνούσαν κιόλας πως τα σχολεία είναι κλουβιά με ρομπότ διδάσκοντες που κάνουν πλύση εγκεφάλου. Αν δε χωρέσεις στην κανονικότητα τους, δεν αξιζεις , δεν άξιζες ποτέ θα πουν και αν θελήσεις να φέρεις αντίρρηση αποβολή θα σου πουν. Αυτοί έχουν την εξουσία , οι ίδιοι και την εύκολη λύση.

Τότε φεύγαμε νωρίτερα τις τελευταίες ώρες. Ξέραμε ότι η παιδεία μας δεν ήταν ότι επιθυμούσαν να φυτέψουν στο κεφάλι μας. Μήπως νομίζεις συζητούσαν ; Μήπως τους ένοιαζε να μπει ο ήλιος στο κεφάλι μας και να γίνουμε όλοι φώς ; Όχι , όχι.  Οι περισσότεροι χασμουριόνταν μάλιστα ενώ μας μιλούσαν. Υπήρχαν όμως και εξαιρέσεις. Πάλι μια Κατερίνα μας μιλούσε – άφηνε τους Αρχαίους της και τους Λατίνους, και τον Καβάφη να κάθεται στον΄ίδιο καναπέ με τον Ελύτη – προείχαμε εμείς. Πόσες Κατερίνες έφτιαξαν την ζωή μου!

Πηγαίναμε σε ένα ερειπωμένο σπίτι το οποίο είχαμε κάνει κρυψώνα μας. Το είχαμε φτιάξει για την παρέα μόνο και είχαμε συμφωνήσει να μην καλούμε άλλους. Ο Γ. είχε φέρει το πικάπ που είχαν στο σπίτι . Έτσι κι αλλιώς έλεγε δεν άκουγε και κανένας. Και τους δίσκους. Εγώ είχα φέρει κάτι μαξιλάρια της γιαγιάς μου , που δεν τα ήθελε. Τι μανία και εκείνες οι γιαγιάδες , έχουν τόοοσα μαξιλάρια και τόσα σεμεδάκια . Αλλά φαντάζομαι αυτό είναι η δουλειά των γιαγιάδων, να κακομαθαίνουν τα παιδιά και να κάνουν συλλογή σεμέν και μαξιλάρια. Ο Β. έφερνε διάφορα ποτά που έβρισκε στην κάβα του πατέρα του και έτσι φτιάχναμε το σπιτικό μας. 

e5cbb9671a31447b798f24325aae0226

Ο Β. ήταν ο καλύτερος φίλος του Γ. Λέγανε πως θα κάνουνε μαζί μια μπάντα και θα πάνε να μείνουνε στην Αμερική. Λέγανε ακόμα πως η μητέρα του Β. είχε κερδίσει στο τζόκερ πολλά λεφτά. Αργότερα είπανε ότι ο Β. έμπλεξε με φούντες και ο εγκέφαλος χάζεψε. Εγκατέλειψε κάθε φιλοδοξία. Έλεγε μετά πως ήθελε να γίνει μάγειρας αλλά τελικά βολεύτηκε να κουρεύει το γκαζόν ως εργαζόμενος του Δήμου. Θυμάμαι που μου έλεγε συνέχεια όταν μαζευόμασταν “είπες στην κοκκινομάλλα; ” με την ανάλογη  αστεία μαγκιά που φέρουν τα δεκαεξάχρονα. Και η κοκκινομάλλα ερχόταν και εκείνη γιατί ήταν τσιμπημένη με τον μάγκα .

Όταν πηγαίναμε στο σπίτι είτε μετά το σχολείο είτε αφού βάζαμε για ύπνο τους γονείς μας το βράδυ , ή ακούγαμε δίσκους στο πικαπ ή μας τραγουδούσαν ο Γ. ο Β. και οι άλλοι δυο φίλοι που είχαν πρόσβαση στο καταφύγιό μας. 

Ο Γ. έλεγε ότι ήθελε να γίνει μουσικός και να εγκαταλείψει για πάντα την Ελλάδα. “Θέλω να μοιάσω στον Morrisson . ” έλεγε  και καταλάβαινες αμέσως ποιο ειναι το ειδωλό του. Του έμοιαζε και στην μορφή. Ποτέ κοντοκουρεμένα μαλλιά. Φωνή βαθιά , σκοτεινή. Βλέμμα γεμάτο μυστήριο. 

Και έτσι χτίζαμε λίγο λίγο την παιδεία που δεν νοούταν χώρια από την ζωή μας. Εκείνος τραγουδούσε με τους φίλους του σχεδόν κάθε φορά το “People are strange ” που ήταν και το αγαπημένο του . Ο Ν. ο πιο μικρός , που τον προσέχαμε πολύ γιατί βίωσε βίαια την απώλεια και τον στοίχειωνε ένα φάντασμα που του έλειπε , έπαιζε ντραμς. Δεν χάθηκε. Δεν ξεπουλήθηκε. Δεν άφησε το κακό να τον αλλάξει.  Όσο εκείνοι μιλούσαν με νότες, εμείς διαβάζαμε με φόντο την φωνή και την μουσική τους. Έκαναν κάποιες φορές και λάθη με τις νότες.

Εκείνοι μας μάθαιναν για τους  κατεστραμένους Αγίους της Μουσικής τους και εμείς τους μυούσαμε στον πόνο των Λόγιων Θεών μας.  Εγώ και η κοκκινομάλλα τους μιλούσαμε για λέξεις που γράφονταν με φωτιά στους δρόμους και που εμείς μαθαίναμε από κάτι μικρά βιβλιαράκια , καθώς ήμαστε επαρχιοτόπουλα και δεν είχαμε μέχρι τότε την ευκαιρία να αναπνεύσουμε σ’αυτή την άσφαλτο. Συζητούσαμε για ιδεολογίες και όνειρα φτιαγμένα από τα θρύψαλα μιας ολόκληρης γενιάς. Για την κονσερβοποίηση των ανθρώπων και την φτώχεια. Την πίστη των φτωχών ότι οι ηγέτες σαν  άλλοι θεοί θα μετατρέψουν τα σκουπίδια σε φαγητό και ότι θα δουλέψουν πια όσοι την αεργία τους καταριούνται. Για την αλλαγή που θα φέρει ένας ευνοϊκός και σαρωτικός άνεμος. Και πως αυτά δεν θα γίνουν μόνο με λόγια και πίστη.  Για να κερδίσεις πρέπει να ματώσεις, τους λέγαμε. 

Συνάντησα τον Γ. πέντε χρόνια αργότερα. Βιαστικά. Φευγαλέα. Αμήχανα. Ανταλλάξαμε ένα αδιάφορο γειά και ένα συγκρατημένο χαμόγελο. Από εκείνα που προσπαθούν να κρύψουν όσα σκέφτεσαι όταν βλέπεις μετά απο καιρό κάποιον άλλοτε σημαντικό για σένα. 

Τι κάνεις ; Που βρίσκεσαι;

Εδώ. Δουλεύω;

Αλήθεια; Που; 

 Μπήκα στο στρατό. Εσύ τι κάνεις;

Άνοιξα ένα βιβλιοπωλείο στην Αθήνα. 

Απογοητεύτηκα που τον είδα να έχει βολευτεί, να πεθαρχεί χωρίς να σκέφτεται και να προσκυνάει βόθρους. Πίστευα σε εκείνον. Άλλαξε πολύ. Το σύστημα τον άλλαξε πάρα πολύ, δεν έφερε καμία αντίσταση όπως μας συμβούλευε ο θείος Χρόνης. Αλλά οι άνθρωποι είναι οι επιλογές τους. Εγκαταλείπεις λίγα κομμάτια του εαυτού σου για να βρείς μια δουλειά, εγκαταλείπεις λίγη ανθρωπιά για να χωρέσεις στον τόσο υπέροχα φτιαγμένο ψεύτικο κόσμο τους. Δεν μπορείς να έχεις βλέπεις τα πάντα. Κάτι δίνεις , κάτι παίρνεις, κάτι χάνεις. Αυτή είναι η ζωή. 

Κι όσο το παρόν υφαίνεται απροσδόκητα  και το μέλλον παραμένει άγνωστο , μονάχο μας καταφύγιο, φωλιά με θαλπωρή θα έχουμε το παρελθόν μας. Εκεί θα κουρνιάζουμε τις κρύες μέρες με βροχή.

Χάικου

POETRY

εγώ είμαι κύμα                                                                                                                                         δίχως λιμάνι                                                                                                                                                   κι εσείς είστε πολύ λίγοι

Άχρονα δυστυχισμένοι

SHORT STORIES

Kαι δεν είναι που θέλω να ζήσω                                                                                                       Είναι το γαμώτο που δεν έζησα.                                                                                                         Και ούτε που θα σε  ξαναδώ.                                                                                                                   Κατερίνα Γώγου

Τα βράδια μοιάζουν με την στάχτη των τσιγάρων. Σβήνουν. Αφήνουν λεκέ στα αρρωστημένα μας  μυαλά. Το αλκόολ δεν αγιάζει το μέσα μας πιά, ούτε κατά λίγο, μα ούτε μας κολάζει κιόλας. Σα να χάσαμε τον προορισμό και την καταγωγή μας , σαν να μείναμε δίχως σόλες αλήτικων παπουτσιών για να λιώσουμε και πυξίδα μας να αποτελεί μονάχα η αναισθησία. Τείνουμε να προσδιορίσουμε την ύπαρξη ως κατά αποκλείστικότητα τους μώλωπες που μας άφησαν οι λέξεις και το λυκαυγές που ερχόταν να σκοτώσει  με την πολλή του αλήθεια το σαράκι μας. 

Και έπειτα μείναμε έρμαια κάτι γαμημένων αναμνήσεων . Κάποιας άστοχης δειλίας που σε κάνει να μετανιώνεις, κάποιων ανείπωτων λόγων που μετατράπηκαν σε ατελέσφορη και παγερή σιωπή , σαν να μην υπήρξε τίποτα. Σαν καμιά δικαιοσύνη να μη θέλησε να αποκαταστήσει το σφάλμα ή την ξεσκισμένη κλωστή. Και έτσι η αλητεία μας φτάνει μόνο μέχρι την άρνηση και την αποφυγή της πραγματικότητας. Και  το μόνο που έχουμε είναι λίγα χάπια λίγο αλκοολ και περισσεια εξιδανίκευση να  μας οπλίζει το χέρι. Καμία επαναστατικότητα καμία νεανικότητα. Γερνάμε , σαπίζουμε σε σώματα νεανικά και πρόσωπα καλοστημένα για φωτογραφίες χειραγωγημένες από παθολογικό ναρκισσισμό.

time

Tόσο τραγική  η κατάντια μας που αρνούμαστε να ζήσουμε το αληθινό και προτιμάμε καθρεφτισμούς πραγματικότητας. Και αυτή η άρνηση οδηγεί στην αρνητικότητα. Καμία πίστη δεν μας έμεινε στον γεροδιορθωτή χρόνο. Καμιά εμπιστοσύνη στην μοίρα , το τυχαίο , τo κάρμα ή οτιδήποτε άλλο επινόησαν για να δώσουν ένα όνομα στον ρου παράλληλων ιστοριών με τέλος διαφορετικό από το επιθυμητό.

Σαν κάποιος να μας καταράστηκε να είμαστε αιώνια δυστυχισμένοι. Άχρονα . Και να μη γνωρίζουμε την αλήθεια μας και πότε η παράνοια έχει φορέσει τα ρούχα μας και πότε μας στενεύει. Και τότε η μόνη χρησιμότητα του χρόνου γίνεται η κατάρρευση  των στύλων που άλλοτε σε στήριζαν και η προδοσία της πίστης που θέλησες να δείξεις. 

Έρχεται η στιγμή που πρέπει να επιλέξεις αν θα ρίχνεις εσύ ζαριές ή αν θα τις ρίχνουν άλλοι για σένα.                                                                                                                                                                   Μέσα σε τόσα λίγα λεπτά και δευτερόλεπτα.

ο έρως απαιτεί θυσίες

SHORT STORIES

-Ήτον η χέρα ζάχαρη, φωνή ‘χε σαν αηδόνι                                                                                              κάθε καρδιά που το γροικά, κλαίει κι ‘ αναδακρυώνει.

{ εγώ αυτά τα πολιτικά και τα κόμματα  δεν τα ήξερα καλά. μόνο καμιά φορά που άκουγα στο καφενείο που δούλευε ο αδερφός μου και πήγαινα να τονε δώ, λέγανε ο ένας ότι μόνο με την δεξιά θα προκόψει ο τόπος  και ένας άλλος του απάνταγε ότι η λύση βρίσκεται στον σοσιαλισμό και τότε ερχότανε ένας τρίτος που ήτανε εργάτης στο εργοστάσιο και έλεγε ότι αφού όλοι είναι φτωχιοί πρέπει να γίνουνε κομμουνιστές και ότι  η δεξιά και σοσιαλισμός είναι για να πλουταίνουν οι πλούσιοι μονάχα. εγώ άκουγα πολλές παράξενες λέξεις που δεν ήξερα τι σήμαιναν. τότε δεν ψήφιζα κιόλας και δε με ένοιαζε. ούτε εκκλησία πήγαινα τώρα που το θυμάμαι γιατί λάτρευα σαν θεό μου τον Μίλτο. ο Μίλτος που λες είχε φύγει από νιός για την Αθήνα. εγώ πρέπει να ήμουνα μαθητούδι τότε. τελείωνα το δημοτικό θυμάμαι και εκείνος ήτανε στο λύκειο αλλα τα σπίτια μας ήτανε δίπλα και του είχε αγοράσει ο μπαμπάς του πιάνο – ήταν πλούσιος βλέπεις καθότι ναυτικός- και τον άκουγα που πειραματιζότανε με τις νότες και τραγουδούσε .

kafeneio2

μια φωνή σκέτη αηδόνι σου λέω.έλεγε πολύ ωραία από τότε τον Ερωτόκριτο και γω που ήμουν μικρή ρομαντική και δεν ήξερα ούτε από έρωτες ούτε από κόμματα ένιωσα κάτι να σκιρτά. τον έβλεπα να περνάει από το δρόμο και το λινό πουκάμισο του ανέμιζε χάρη στον αέρα. ενώ τα μάτια του χαμένα πίσω από τα γυαλάκια που του έδιναν μια χάρη φιλοσοφημένης ύπαρξης. ο καιρός πέρασε και ο Μίλτος πήγε στην Αθήνα να σπουδάσει μαθηματικός αλλά τον κέρδισε η  μουσική. τον έβλεπα στην τηλεόραση μετά. και πιο μετά που μεγάλωσα και πήγαινα σε συναυλίες και ερχότανε στην Κρήτη πήγαινα και τον έβλεπα. 17 είχα φτάσει ο έρωτας από το δημοτικό δε μου είχε περάσει. μετά από δυο χρόνια μπήκα με πολύ διάβασμα στην φιλοσοφική. όχι ότι είχα καταλάβει αυτά που διάβαζα , απλά η δασκάλα μου είπε να τα μάθω απέξω. και έτσι έγινε. τα έμαθα και πηγα και τα έγραψα και κατάφερα να περάσω. όταν ήμουνα φοιτήτρια μια μέρα που περπάταγα κοντά στο μετρό ένας νεαρός με μαύρο σαν κοράκι μαλλί που το είχε πιάσει και με λαστιχάκι και φορούσε ένα μπλουζάκι με έναν Αργεντίνο -μάλλον- που τον λέγανε Che Guevara , μου έδωσε ένα χαρτί για μία μάζωξη του ΚΚΕ. εγώ δεν ήξερα τι ήτανε το ΚΚΕ  ούτε ποιός ο Guevara αλλά έλεγε ότι θα τραγουδήσει και ο Μίλτος και αποφάσισα εκείνη ακριβώς την στιγμή ότι θα πάω. θα πάω για τον Μίλτο είπα και θα μάθω τι είναι και το ΚΚΕ. διπλό το καλό.  ντύθηκα εκείνο το βράδυ εναλλακτικιά έβαλα και κάτι χαιμαλιά που είχα πάρει από τότε που είχαμε πάει Ικαρία με την μαμά και τον μπαμπά για να δούμε τον θείο μου και έτρεξα νωρίς νωρίς μη χάσω τον Μίλτο.είπα και σε κάτι παιδιά που είχα γνωρίσει τις πρώτες μέρες στο πανεπιστήμιο αλλά οι μέν θέλανε να μάθουν επιστήμη μαθητεύοντας στην Πάολα γιατί εκεί τους πήγαινε το δικό τους κόμμα. οι άλλοι θα ενασχολούνταν με υψηλότερη τέχνη από αυτή του Μίλτου και του ΚΚΕ, θα πήγαιναν στον Οικονομόπουλο γιατί ήταν  παιδιά των αγροτών και δε θέλανε να συναντηθούν με όσους θα πηγαίνανε Πάολα. εγώ πήγα μόνη μου να βρώ τον Μίλτο. περίμενα να αντικρύσω το λάγνο βλέμμα του  και να ακούσω το συγκλονιστικό ηχόχρωμα του. αντί αυτού βγήκε κάποιος και μας μίλησε και μας έλεγε ότι έπρεπε να πατάξουμε τον καπιταλισμό και να μην πιστεύουμε τα μεγάλα κόμματα αυτού του τόπου γιατί μας κοροϊδεύουν. τότε νόμιζα πως ήταν ένας σωτήρας γιατί το πλήθος τον κοίταζε υπνωτισμένο. μας αποκαλούσε συντρόφους και συντρόφισσες και νιώθαμε όλοι τόσο οικεία σαν μια οικογένεια. τελικά αφού μας μίλησε πολύ για πράγματα που δεν καταλάβαινα και έλεγε “στις εκλογές να ανατρέψουμε τις πολιτικές των μνημονίων” βγήκε στην σκηνή ο Μίλτος.  τότε τον ξαναερωτεύτηκα από την αρχή  αλλά μετά μας προέτρεπε να ψηφίσουμε ΚΚΕ.  Δεν ήξερα αν έπρεπε να ψηφίσω ΚΚΕ ή όχι μια που εγώ ποτέ δεν πήγαινα να ψηφίσω. αλλά ήρθα αντιμέτωπη με την συνειδητοποίηση ότι ο έρως απαιτεί πολλές θυσίες.ο έρως του Μίλτου  ακόμα περισσότερες  }