Τα λαικά παιδιά

SHORT STORIES

Που λες παλιόφιλε , αυτές τις τελευταίες μέρες- πες βδομάδες καλύτερα – τα έχω σπάσει με τον ύπνο. Κάθε μέρα ξαπλώνω νωρίς μα δεν τολμώ να κλείσω μάτι. Η σκέψη μας συντροφεύει πάντα αυτές τις ώρες. Βράδυ . Χἀραμα. Ώρες που απαιτούν μαγκιά για να είναι κανείς ξύπνιος. Να αναμετρηθεί με τους δαίμονες του ή να αναλογιστεί  τα πεπραγμένα και τ’ανεκπλήρωτα.

Διάβαζα σε ένα απόσπασμα από ένα βιβλίο της Μαλβίνας ότι ο έρωτας πάει πακέτο με την αϋπνία . Και η Μαλβίνα έχει δίκιο.  Πως να κοιμηθείς αν σκέφτεσαι μιαν όψη; Κάθε χαρακτηριστικό. Κάθε άγγιγμα. Κάθε παραμικρή και μοναδική λεπτομέρεια. Κάθε τι ασήμαντο που το βράδυ εξευμενίζει και το κάνει σημαντικό.

Γύρω στα εικοσιοχτώ μου – ίσως να ήμουν και εικοσιεφτά- γνώρισα κάποιον. Είχαν προηγηθεί κάτι χαζές γνωριμίες με τύπους που ήταν μέτριοι στα πάντα τους και εγώ από ευγένεια αλλά και από γεννιαωδωρία για να τους κάνω να νιώσουν καλύτερα με την πάρτη τους τους έλεγα ότι ήταν εξαιρετικοί σε όλα. Και περισσότερο στην Τέχνη τους. Αυτό τους ένοιαζε και περισσότερο. Μεγάλο κουσούρι παλιόφιλε το να τα μπλέχεις με καλλιτέχνες. Χειρότερη φυλή από δαύτους δεν γνώρισα. Όλο παραξενιές. Και ξέρεις έ; Κάθε τεχνίτης και άλλο κουσούρι. 

Να καταλάβεις όταν είχα πατήσει τα εικοσιένα με κόρταρε ένας ζωγράφος. ” Θα σε ζωγραφίσω ” μου λέει.  Άσε μας βρε άνθρωπε μου σκεφτόμουνα. Εδώ δεν μπορώ να κουμαντάρω εμένα , θα κουμαντάρω και το πορτρέτο μου; Δεν έπαιρνε από λόγια. Όλη μέρα κλεισμένος σε ένα υπόγειο ζωγράφιζε. Με πήγε και σε όλες τις γκαλερί. Έμαθα για τεχνοτροπίες. Για χρώματα. Για τους Νταβίντσιδες και για τους Μποτιτσέλιδες. Την είχε δει και λίγο καθηγητής και μου ανέλυε τα πάντα. Λες και σπούδαζα στην Καλών Τεχνών ένιωθα. Τα καλοκαίρια ανέβαινε από το πρωί στην ταράτσα του σπιτιού και καθόταν οκλαδόν στον ήλιο.”Πωλ θα πάθεις ηλίαση, θα ζαλιστείς φώναζα ενώ έψηνα τον καφέ μου γύρω στις  12 το μεσημέρι ! ” Άλλο και τούτο πάλι. “Όχι Παύλος μου είχε πεί, Πωλ θα με αποκαλείς.”  Και μετά μου απαντούσε ” Ο άνθρωπος Ζανέτ — λές και δεν  μπορούσε να με πει Ιωάννα – πρέπει να φωτίζεται με πρώτο σημείο το κεφάλι.  Να μην στα πολυλογώ είχε την καύλα με τα γαλλικά του και μια μέρα του την βάρεσε και μάζεψε την προίκα του και πήγε στον Σηκουάνα λέει να ζήσει την μποέμ καλλιτεχνική ζωή και να ζωγραφίζει εκεί.

Mετά ευτυχώς έφυγε αυτός και είπα πως θα γλιτώσω από τους παράξενους. Αμ δε!  Έπειτα ήρθε ένας συγγραφέας. Αυτοί και αν έχουν κουσούρια. Το πιο σημαντικό το ψέμα φίλε μου. Άσε που εκμεταλλεύονται τα πάντα. Να του λέει ο άλλος τον πόνο του και εκείνος να τον κάνει στόρυ λέει για βιβλίο. Λές και πρέπει να τα γράφουμε όλα για να τα μαθαίνει ο κόσμος. Λές και πρέπει να παραβιάζεται κάθε ιδιωτικότητα . Τόσα όμως ξέρω και γω , τόσα λέω. Μπορεί να είναι και καλύτερα να τα διαβάζει ο κόσμος. Αυτόν που λες τρόμαζα να τον βγάλω από το σπίτι. Όλη μέρα έγραφε ασταμάτητα. Οι συγγραφείς είναι επίσης κουτσομπόληδες. Όταν έβγαινε μάθαινε τα πάντα  και τα έβαζε στα βιβλία του. Ποια έφυγε από το σπίτι της για να ταξιδέψει με ωτοστόπ, ποιος πέθανε ξαφνικά και από τι , ποιος έλεγε πως πάει επαγγελματικό ταξίδι και πήγαινε στο καζίνο. Όλα σου λέω. Άσε που αυτοί αγαπάνε τόσο πολύ τα λόγια που ξεχνάνε να κάνουν πράξεις. Ξεχνάνε να ζήσουν.  Και εγώ βλέπεις δεν μπορούσα να ζήσω μόνο με λόγια.  Να μην στα πολυλογώ το διαλύσαμε και με εκείνον. Εξαφανίστηκα εγώ αυτή την φορά.

Δε βαριέσαι λέω. Χέσε τους έρωτες. Πήρα σκύλο. Μάλλον με δέρνει κατάρα λέω. Πάμε που λες με πέντε φίλους σε ένα ταβερνάκι στον Πειραιά ένα βράδυ. Είχε και ορχήστρα που έπαιζε ρεμπέτικα. Αυτούς τους Αγιούς που χάσαμε και δεν θα ξαναϋπάρξουν ισάξιοι τους. Μπέλλου, Βαμβακάρης , Χασκήλ, Χιώτης. Χαζεύω τον κατάλογο.Έρχεται που λες το γκαρσονάκι να παραγγείλουμε. Ακούω φωνή. Σηκώνω βλέμμα. Σεισμός μέσα μου. Χαμηλώνω τα μάτια. Ξανακοιτάω να σιγουρευτώ ότι δεν πρόκειται για όνειρο. Τα μάτια του καταγάλανα , καθαρά κι όμως πετούσαν φωτιά. Μύτη γαμψή σαν αετού ράμφος. Κορμοστασιά λεβέντικη. Με χτύπησε στο κεφάλι σου λέω, όπως χτύπαγε κάποτε τον Πωλ ο ήλιος. Ήταν όμως διαφορετικός. Λαϊκό παιδί . Λαϊκότατο. Γέννημα θρέμμα Πειραιώτης. Λίγο μάγκας . Λίγο χύμα. Δεν ήξερε από σαβουάρ βιβρ όπως οι άλλοι, οι κουλτουριάρηδες. Διάβαζε αθλητικά και άκουγε λαϊκά. Αγαπημένος του ήταν ο Ζαμπέτας . Μια μέρα με προβλημάτισε μια φίλη όταν της είπα πως έχουν τα πράματα. “Και τι θα συζητάτε; Για τον Ολυμπιακό ;” είπε. Αλλά δε με ένοιαζε.

03c58ec472f4f5a35dae5ef41e71d5a4

Αγύριστο κεφάλι πάντα. Τα βρήκαμε κάποτε. Έκανε πράξη όσα οι άλλοι πάντα ήξεραν  να αφήνουν στα λόγια. Πηγαίναμε που και που και γήπεδο. Και κάναμε βόλτες στο λιμάνι. Και δε με ένοιαζε που δεν ήξερε να χρησιμοποιεί φανφαροειδείς λέξεις. Ούτε που δεν είχε ιδέα για την Αφροδίτη του Μποτιτσέλι και αν ο Μικελάντζελο ήταν έντεχνος τραγουδιστής ή ζωγράφος . Ούτε που  δεν είχε διαβάσει όσα έγραψε ο Μίσσιος για να μάθει πως το ζήσανε οι κομμουνιστές από μέσα. Άλλωστε και αυτός κομμουνιστικά ζούσε και δεν το’ξερε. 

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος έλεγε πως είναι εναντίον των κουλτουριάρηδων. Κάτι παραπάνω θα’ξερε. Τον συμμερίζομαι. Άρχισα και εγώ να επαναπροσδιορίζω αρετές και αξίες. Η αλήθεια  και η ομορφιά βρίσκεται στην απλότητα και την λαϊκότητα που την ακολουθεί. Άρχισα να πιστεύω περισσότερο στα λαϊκά παιδιά από τους κουλτουριάρηδες παλιόφιλε.