The Ace of our adolescence

Articles/Opinions, Uncategorized

 

We gonna hit you like a flash of lightning,
Just like a bad boy would

-Motorhead (Whorehouse Blues)

 

saufen-fuer-lemmy-024-1451403038-crop_mobile_400

Όταν κάποιος αποδημεί , δεν ξέρω ποια είναι η σωστή αντίδραση , όσον αφορά τους ανθρώπους που αισθάνονται την ανάγκη να γράψουν.Ξέρω όμως πως ο Πολιτισμός και η Παιδεία φαίνονται από το πως συμπεριφέρεται κανείς στους νεκρούς του.  (Σκέπτεστε ποτέ την εικόνα ενός πτώματος και από πάνω του να τσακώνονται τα σκυλιά για το ποιο θα πρωτοφάει; )Αυτό θυμίζουν οι αντιδράσεις οι οποίες δεν χρειάζονται περαιτέρω ανάλυση .Άλλωστε όποιος έχει μάτια βλέπει και αντίληψη ακούει.. και πράττει..

Ανακάλυψα τον Lemmy και τους Motorhead γύρω στα δεκατρία – δεκατέσσερα – όχι μόνη φυσικά. Είχα ήδη ξεκινήσει να ακούω ροκ μουσική λίγο πριν μπω στην εφηβεία, μεγάλωσα με ποπ. Έζησα την παιδική μου ηλικία με εμπορικό ποπ -ξένο κυρίως- και η αλήθεια είναι ότι δεν ντρέπομαι ούτε μετανιώνω  γι αυτό. 

Τότε ήταν τα χρόνια που πηγαίναμε γυμνάσιο και αισθανόμασταν ξαφνικά ότι ήμαστε μεγάλοι και ότι θα αλλάξουμε και θα κατακτήσουμε τον κόσμο. Ότι θα μετατρέψουμε όλα τα κακώς κείμενα που ξεκινούν από την βάση της οικογένειας – όπως ο πουριτανισμός και η χαλιναγώγηση της ελευθερίας που επιθυμούσαμε  μέχρι την εξάλειψη των κοινωνικών προβλημάτων που άρχιζαν τότε να μας απασχολούν όλο και πιο έντονα.

Είχαμε ξεκινήσει να ακούμε Guns n’ Roses και Aerosmith, Ramones και ACDC ενώ είχαμε ήδη αποκρυσταλλώσει μέσα μας την μπάντα θεμέλιο του ροκ τους Led Zeppelin. Βρισκόμασταν τότε κάθε απόγευμα , φορούσαμε συχνά μαύρα ρούχα και βάφαμε με σκούρο μολύβι τα μάτια μας , γιατί η εφηβεία ακροβατεί στην επανάσταση και την θλίψη , την παράνοια και την χαρά και περπατάγαμε όλους τους δρόμους,  χειμώνες που ‘μοιάζαν με Άνοιξη και που το σκοτάδι αργούσε πολύ να διαδεχτεί τον ήλιο.Τις εποχές που διαβάζαμε για τον πόλεμο στο Βιετνάμ και μαθαίναμε για το Woodstock και που οραματιζόμασταν το δικό μας Woodstock. Μιλούσαμε ασταμάτητα για την μουσική , ήμαστε ερωτευμένες με την μουσική πρώτιστα και με μουσικούς στην συνέχεια. Αράζαμε σε κάτι παγκάκια εκκλησιών και ανταλλάσσαμε απόψεις για album , τραγούδια και μπάντες μέχρι που μας έπαιρνε το βράδυ. Τότε δεν είχαμε μάθει την απογοήτευση . Ξέραμε μονάχα την μαχητικότητα και πως τα πάντα είναι ένα παιχνίδι και πως “the pleasure is to play, makes no diffirence what you say”. Και κάπως έτσι έξω από το προαύλιο μιας εκκλησίας που συζητούσαμε για μουσική ήρθε ο Lemmy. 

Περνούσαμε κομμάτια στο κινητό και τα ακούγαμε και έπειτα σχολιάζαμε , τι μας άρεσε και τι όχι. Όλο μπαίναμε και πιο βαθιά, άλλωστε η μουσική είναι ένας αχανής χάρτης που σου δείχνει τον δρόμο. Πρώτα ήταν η κλασσική ροκ, μετά ήρθε το metal όπως το γνωρίσαμε από τους Metallica και τους Motorhead, αργότερα η metal όπερα με τους Therion. 

Δεν ξέρω αν με κάνει άξια λιθοβολισμού αλλά η αλήθεια είναι ότι μου άρεσαν οι Motorhead ωστόσο δεν με συγκαταλέγω στους φανατικούς. Ούτε μπλουζάκι έχω. Ούτε ξέρω όλη την δισκογραφία απ’έξω. Παραταύτα , μπορώ να αναγνωρίσω ότι ο Lemmy ήταν ένας αξιολογότατος καλλιτέχνις και άνθρωπος που ζούσε την ζωή του και το ένα δεν αναιρεί το άλλο.

Πριν λίγο καιρό στην καφετέρια που είμαι θαμώνας όση ώρα περίμενα να μου φτιάξουν τον καφέ μου άρχισα να συζητάω με έναν άλλο θαμώνα και πλέον φίλο για το ροκ και τις συναυλίες και το ΚΥΤΤΑΡΟ . Η συζήτηση αφού πέρασε από τους Αγιούς των Εξαρχείων , την συναυλία των Stones στο Ολυμπιακό στάδιο κατέληξε στο Ρόδον και τον Lemmy, ο οποίος έδωσε μία τρομερή συναυλία τότε . Συμφωνα με τα λεγόμενα του φίλου – ο Lemmy ήταν εντελώς ακομπλεξάριστος και καθόλου ντιβάρα όπως συμβαίνει με άλλους μεγάλους καλλιτέχνες. Αφού τελείωσε το live, έπινε μπύρες με όσους βρίσκονταν στο μαγαζί και φωτογραφίζονταν μαζί του , πολύ περισσότερο οι φανς του άγγιζαν την ίδια την φωτιά από την οποία ήταν φτιαγμένη ο Βρετανός μπασίστας. 

Tον Lemmy, δεν τον ξέχασα μα τον έβγαζα από το συρτάρι όταν τα πράγματα δυσκόλευαν και σκούραιναν. Γιατί η μουσική και η φωνή αυτού του πλέον αποκαλούμενου καλλιτέχνη-σύμβολο της ποπ κουλτούρας ήταν το χέρι που χρειαζόμασταν για ώθηση όταν πηγαίναμε να το βάλουμε κάτω. Και τότε σπηντάραμε .

 

Ποτέ μόνοι. Με την βοήθεια του Deus ex machina, Lemmy.

 

Second Chance για τον Χριστόφορο

Articles/Opinions

Η νέα πολυσυζητημένη – και όχι αδίκως- ταινία του Χριστόφορου Παπακαλιάτη ήρθε όχι για να διχάσει όπως το παρθενικό του “Αν” αλλά για να αποδείξει(στους haters) πως ο ηθοποιός και σκηνοθέτης μπορεί να μην είναι  ο φτασμένος άψογος κουλτουριάρης Έλληνας σκηνοθέτης και ηθοποιός αλλά ότι έχει μέσα του την φλόγα του να βελτιώνεται ακατάπαυστα – και αυτή του η μανία και τελειομανία τον οδηγεί σωστά. 

109396-243531

Ο Παπακαλιάτης καταπιάνεται με το ομολογουμένως αγαπημένο του θέμα που δεν είναι άλλο από τον έρωτα.  Αφηγείται τρεις παράλληλες ερωτικές ιστορίες οι οποίες έχουν αρκετούς συνεκτικούς κρίκους  μεταξύ τους και κύριο χαρακτηριστικό ότι ο ένας και στα τρία ζευγάρια είναι αλλοδαπός κάτι που καθιστά τις ερωτικές ιστορίες πιθανώς ανέφικτες.

Σκηνοθετικά , ο Παπακαλιάτης έχει ωριμάσει από την εποχή της πρώτης ταινίας του “Αν”. Τα πλάνα του έχουν εγκαταλείψει την τηλεοπτικότητα τους ,δεν είναι άκομψα/απότομα -όπως στην πρώτη ταινία- έχουν γίνει περισσότερο κινηματογραφικά. Το σενάριο του δεν κάνει κοιλιά , η αφήγησή του δεν πλατιάζει – ούτε υπεραναλύει – ούτε επιδίδεται σε άσκοπες λεπτομέρειες οι οποίες τοποθετούνται για εντυπώσεις  χωρίς να έχουν λόγο ύπαρξης, ενώ παράλληλα δεν πέφτει στην παγίδα  του να γίνει υπερβολικά μελό χωρίς να έχει να δώσει τίποτ’ άλλο πέρα από αυτή την αίσθηση. Αντίθετα – επιτέλους- θέτει ένα κοινωνικοπολτικό πλαίσιο, συνθέτει το παζλ της σημερινής Ελλάδας με τις πολλαπλές κρίσεις που αντιμετωπίζει.

maxresdefault

Εν συνεχεία, διαπιστώνει κανείς την τελειομανία αλλά και την ευφυΐα του σκηνοθέτη και στη επιλογή των ηθοποιών.Ο J.K Simmons ,ο οποίος τιμήθηκε πέρυσι με όσκαρ για την ταινία  Whiplash , η εξαιρετική Μαρία Καβογιάννη στον ρόλο της σημερινής μέσης Ελληνίδας μητέρας που δεν σπούδασε αλλά αυτό ήταν ένας διακαής πόθος ενόσω είχε τον ρόλο της νοικοκυράς ,καθώς και ο εκλίπων Μηνάς Χατζησάββας στον ρόλο συντηρητικού πατέρα, όσο και οι νέοι Τawfeek Barhom και Νίκη Βακάλη έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό ταξιδεύοντας τους θεατές άλλοτε και άλλοτε προκαλώντας τους συγκίνηση – ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πως κάποιοι  δάκρυζαν εν ώρα της προβολής σε κάποιες σκηνές.

Το “Ένας άλλος κόσμος” είναι η second chance που δίνεται στον Παπακαλιάτη , για να κερδίσει ακόμα και τους πιο απαιτητικούς ή πολύ περισσότερο τους haters του  κι αν αυτό ήταν ένα στοίχημα αυτή την φορά το κέρδισε . Άλλωστε , όπως καταλαβαίνει κανείς παρακολουθώντας την ταινία , τίποτα και κανείς δεν είναι μονάχα η πρώτη εντύπωση ή ό,τι φαίνεται. Όλοι χρειαζόμαστε μία second chance.

enas-allos-kosmos

Eνσταντανέ #1 : Όχι μόνο τα Χριστούγεννα

Eνσταντανέ

 

100815223913_3566.jpg

Τα ενσταντανέ είναι όσα κρατήσαμε ζωντανά ενώ η πραγματικότητα πέθαινε . Όσα θα κουβαλάμε στον ιδεαλισμό του μέσα μας χωρίς να λογαριάζουμε τι καιρό κάνει «έξω».

Η αρχή και το τέλος έχουν μία σχέση πάθους-μίσους μεταξύ τους ενώ δένονται από την κλωστή της διαδοχής. Καμία αρχή δεν μπορεί να γίνει εάν δεν προϋπάρξει ένα τέλος. Μα πόσο εύκολο είναι να διαδεχτεί η αρχή το τέλος; Πόσο οριστικό είναι το τέλος; Και πόσο αποφασισμένοι είμαστε να βάλουμε τελείες και όχι κόμματα και έπειτα το γράμμα να είναι Κεφαλαίο;

_______________________

Μεσημέρι. Αχινοί καρφιτσωμένοι στον λαιμό της. Ξεροκαταπίνει. Ξεροβήχει . Φορτωμένη με έναν βυσσινί χαρτοφύλακα και άλλες τσάντες στην αναμονή για ένα συμβατικό λεωφορείο Πειραιάς-Σύνταγμα. Κέντρο – Λιμάνι χωρίς καμία προοπτική αράγματος καθησυχασμού και αγκυροβόλησης.

Στοιβάζεται για λίγο σε αυτό. Πνίγεται από φλέγματα μεσηλίκων που είναι δίπλα της. Οι παλμοί ανεβαίνουν. Δεν μπορεί να αναπνεύσει. Κατεβαίνει . Λύτρωση. Ένας δεύτερος αγώνας δρόμου στο τραίνο και όχι τρένο , γιατί η διαδρομή έχει πάντα διάρκεια και δεν είναι ποτέ βραχυχρόνια. Λίγο δρόμος. Επόμενη στάση.

Φτάσαμε Ομόνοια. «Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά..» Θυμάσαι; Πάντοτε θυμάσαι. Από παιδί ακόμα απαρνήθηκες την λήθη. Παρατηρείς σαν Ξένος. Καλοντυμένες κόμισσες εκ Κολωνακίου. Ονειροπόλοι αποκοιμισμένοι σε μία λέξη που λέγεται ελπίδα – που υποσχέθηκε απατηλό το αύριο- ποντικοφαγωμένη στα τελευταία γράμματα. Ο λαχειοπώλης, δίχως κεραμίδι να σκεπάσει την περούκα του το βράδυ. Κοιμάται σε παγκάκι. Φεύγεις φεύγεις .

Πάντα φεύγεις. Ποιος στο έμαθε αλήθεια αυτό; Τρέχεις, τρέχεις. Nεξτ στέσιον, Βικτώρια. Η μαμά σου είχε αφήσει στο προηγούμενο σπίτι, μία χάρτινη κούτα με κασέτες και εσύ για να παίξεις γύριζες την ταινία με στυλό bic. Μια κασέτα του Παπακωνσταντίνου να παίζει που και που. Και εσύ ζημιάρικο νήπιο στο πάτωμα και γύρω σου οι κασέτες. Η ΑΣΟΕΕ και η Πλατεία. Η Πατησίων εκεί κοντά. Όπως στην έμαθε η Κατερίνα και όπως την περπάτησες εσύ . Με σόλες σκληρές σαν μαραμένο και μπαγιάτικο ψωμί. Έπειτα φουσκαλήθρες όταν γύριζες στο σπίτι και έβγαζες τις κάλτσες. Καμιά φορά και λίγο αίμα. Τα συνθήματα που φωτογράφιζες στους τοίχους «Οι μπάτσοι πουλάνε την ηρωίνη». Το τρόλεϊ. Πάλι δρόμος.

Έφυγες και από δω. Πουθενά δεν στεριώνεις . Κι αν σε κυνηγάει κάτι είναι ό,τι υπάρχει μέσα σου. Δεν χορταίνει αυτό. Ούτε Χριστούγεννα ούτε καλοκαίρι.

Κατέβηκες πια οριστικά απ’όλα. Κάτω Πατήσια άφιξη και η καρδιά ας βρίσκεται στο Κέντρο. Πάντα το χαοτικό Κέντρο. Το λεωφορείο που αντικρύζεις από μακριά να φεύγει, θυμίζει πλοίο. Κρήτη μου έλεγες όλο το καλοκαίρι και εγώ σου έλεγα αλλού μα δε με καταλάβαινες. Το καλοκαίρι μας ήταν στην Μυτιλήνη. Εμείς είχαμε σωθεί . Έπρεπε να εφεύρουμε ένα θαύμα τώρα για όσους έψαχναν καταφύγιο για την ζωή τους.

Πάρε καφέ από τον φούρνο στην γωνία να σου μιλήσω για τα θαύματα. Τα θαύματα τα εφευρίσκουμε εμείς. Τα γεννάμε για όσους τα έχουν ανάγκη, σου λέω.

Δίπλα μου κάθεται ένας μεσήλιξ μόνος. Πίνει τον μακιάτο του. Του μιλάει κάποιος «Γειά σου γιατρέ!». Συζητούν. Πάντα κρυφακούω. Συμβουλή, βλέπεις, φίλου συγγραφέα- αν θες να γράψεις να μάθεις να ακούς και όχι να μιλάς – από τότε άρχισα να σωπαίνω. Προσπαθώ να κοιτάξω διακριτικά. Συζητούν για ποδόσφαιρο. Παράξενη η μορφή του. Κουβαλάει τα μπαγκάζια του σε μαύρες σακούλες απορριμμάτων σκονισμένες.

«Κάτσε του λέει ο γιατρός.» και του γνέφει να πάρει τσιγάρο. Είναι ακατάδεκτος. Ο γιατρός επιμένει.

Κάθεται για λίγο κάνουν παρέα ένα τσιγάρο ,μιλούν , φεύγει.

Στρέφω το βλέμμα να τον παρατηρήσω καλύτερα.

-Είναι φίρμα ο Κώστας. Τον ξέρετε;

-Δεν είμαι από εδώ. Όχι δεν τον γνωρίζω.

– Τον έχουν βγάλει τα κανάλια. Έπαιζε ποδόσφαιρο σε τοπικές ομάδες. Ήταν πολύ καλός. Μην τον βλέπεις έτσι, είναι τρομερά οξύνους. Αλλά έχει προβλήματα.

– Ναι κάτι κατάλαβα. Πάντως, μπράβο σας που του δώσατε τσιγάρο. Είναι το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε για αστέγους ή απόρους.

Κι όσο ανόητο και αν φαντάζει για σκέψη , και η κίνηση να προσφέρεις ένα τσιγάρο , ένα γλυκό οτιδήποτε, ένα θαύμα είναι. Και τα θαύματα καλό είναι να τα εφευρίσκουμε για τους συνανθρώπους μας, όλο τον χρόνο και όχι μόνο τα Χριστούγεννα και το Πάσχα , που δήθεν μασκαρευόμαστε ανθρωπιά .

Αποσύνθεση

Blast from the Past

Ήμουν σε πλήρη αποσύνθεση. Σαν τα ζώα που τα βλέπουν νεκρά οι αετοί από ψηλά και σπεύδουν ν’αρπάξουν και το τελευταίο κομμάτι που μπορεί να φαγωθεί. Η πλάτη μου γεμάτη μαχαιριές. Το στήθος γρατσουνισμένο.Τα γόνατα σαν να είχα πέσει από ποδήλατο. Γνώριζα πως παιδί δεν ήμουν και ας ήθελα να παραμείνω. Δεν ξέρω ποιος έφταιγε για τις πληγές. Εκείνος. Εκείνος λέω και πάλι δεν θέλω να επιρρίψω ευθύνη, γιατί εγώ του το επέτρεψα.

Μα η αλήθεια ήταν πως είχε μπει σαν αρπακτικό στην ζωή μου. Με ξεζούμιζε. Μου ρουφούσε την ενέργεια, μου ρουφούσε την ψυχή. Τα πάντα. Κι ακόμα και το αίμα μου να του έδινα , να έμενα νεκρή στα χέρια του, δεν ήξερα αν θα ήταν ικανοποιημένος. Όση ζωή χρειαζόταν την έπαιρνε από εμένα. Και εγώ έμενα ένα ατελέσφορο κενό. Οι άλλοι με αγαπούσαν. Με φρόντιζαν. Με πρόσεχαν. Είχαν αρχίσει όμως να γίνονται πολλοί.

 

 

Οι άνθρωποι και οι δουλειές έχουν το εξής παράδοξο. Ή έρχονται όλοι και όλα μαζί ή τίποτα. Δεν είμαι σε θέση να κατανοήσω τους λόγους που συμβαίνει κάτι τέτοιο, μα οι επιλογές είναι πάντα δύσκολες. Δεν ξέρεις τι να κρατήσεις, τι να πετάξεις, κι αν έχεις προσπαθήσει έστω και μια φορά να βάλεις το χάος της ζωής σου σε τάξη, σίγουρα έχεις επίγνωση για το πόσο ψυχοφθόρο είναι να απορρίπτεις ανθρώπους και ευκαιρίες.

Παρόλα αυτά έπρεπε να δώσω ένα τέλος. Ένα οριστικό τέλος σ’ αυτό τον καρκίνο που μ’ έτρωγε αργά και βασανιστικά εκ των έσω. Αυτός ο άνθρωπος και η συμπεριφορά του μου κατασπάραζε τα σπλάχνα. Με αρρώσταινε. Οι μεταστάσεις προχωρούσαν με απαράμιλλη ταχύτητα στα πιο ζωτικά όργανα του γυναικείου οργανισμού. Καρδιά. Μυαλό. Επόταν σύντομα ο θάνατος.

Με είχε μετατρέψει σε ένα συναισθηματικό ασανσέρ. Απεριόριστες διαδρομές Τάρταρα-Παράδεισος. Αποκλειστικά για εμένα, δεν υπήρχε κάποιο αντίτιμο ή εισιτήριο. Οι μέρες μου γίνονταν σκοτάδια. Και οι αντοχές μου λιγόστευαν μακάβρια. Ήμουν εξαντλημένη πια. Είχα την δύναμη που έχει μία χτυπημένη λύκαινα που ξεψυχάει. Δεν μπορούσα όμως να ζήσω έτσι. Δεν μου άξιζε να ζω έτσι. Μου άξιζε να αγαπιέμαι πολύ. Πολύ. Και ν’αγαπάω. Παθιασμένα. Τρελά. Με μανία. Με μανία.

Και η αδράνεια παρέμενε ως είχε. Κανείς δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει. Κανείς. Ο καθένας χαμένος στο δικό του προσωπικό δράμα και καταλήξαμε βολεμένοι στη μιζέρια. Και είμαστε λίγο γελοίοι εδώ που τα λέμε. Και υποκριτές. Ποιόν κόσμο να αλλάξουμε; Εδώ δεν μπορούμε να ερωτευτούμε, δεν μπορούμε να ζήσουμε. Δεν μπορούμε ούτε να επικοινωνήσουμε.

Και ξεψύχαγα. Ξεψύχαγα μέχρι που θα μ’είχαν φάει όλα τ’αρπακτικά και δεν θα είχε μείνει τίποτα. Μα και πάλι, ικανοποιημένοι δε θα ήταν. Γιατί τ’αρπακτικά δεν νιώθουν. Πως θα αισθάνονταν κορεσμό;

Μα δεν πειράζει. Η καταστροφή σε κάνει Άνθρωπο.

Κι αν έγινα, στην καταστροφή μου το χρωστάω.