Eνσταντανέ #2 : Αντικρουόμενες αρετές και αποδημίες καλλιτεχνών

Eνσταντανέ

 

12584001_10208571346630001_550918248_n

Photo : Yorgos Moschopoulos

 

Η υπερανάλυση έβλαπτε πάντοτε τα μυαλά έλεγα. Αυτοκαταστρεφόμαστε τοποθετώντας οι ίδιοι καρφίτσες στο κρανίο μας. Πριν φύγω για να επιστρέψω στην πολυπαθούσα Πρωτεύουσα σκεφτόμουν το μόνιμο αίσθημα φυγής που με ωθούσε να είμαι συνέχεια στο δρόμο. Τώρα , το μυαλό τριβελίζει η έννοια της επιστροφής – καταστροφής.

Οι άνθρωποι εδώ είναι άλλοι. Τώρα δεν ξυπνάω με τη φωνή των ψαράδων που κράζουν σαν κόρακες. Θυμάμαι τις τελευταίες μέρες τα καλαμπούρια τους . Ξεψάριζαν και κορόιδευαν ο ένας τον άλλο «πωπωπω πω πωπωπω» επικαλούμενοι τον ποιητή Φανφάρα.

Εδώ, στην πόλη, κυρίως καλοστημένες κούκλες βιτρίνας με δυνατότητες ομιλίας και ανοιγοκλείσματος βλεφάρων. Κάποιες βέβαια είναι περισσότερο άνθρωποι παρά κούκλες βιτρίνας. Η στατικότητα δεν είναι ιδιότητά τους. Τρέχουν , τρέχουν να προλάβουν το μετρό ξεχνώντας να προλάβουν την άμμο της κλεψύδρας τους. Και έπειτα μένεις να πληρώνεις όλες τις χαμένες ευκαιρίες, όλο τον χρόνο που πέταξες. Και ξέρεις γιατί; Γιατί ο χρόνος δεν είναι εκδικητικός μα δεν αφήνει και κανέναν απαίδευτο. Μία βαλίτσα ανά χείρας και η λεωφόρος του πληρωμένου έρωτα απλώνεται μπροστά μου. Στενάκια και παράδρομοι , ανηφόρες και κάδοι σκουπιδιών. Οι νεραντζιές που πλέον δεν θυμιατίζουν τον αέρα . Ψυχράνθηκαν και αυτές. Χειμώνας . Έπιασε κρύο. Οι μασέλες της οθόνης προειδοποιούν για χιόνι. Και τι να την κάνεις τέτοια προειδοποποίηση; Αν επιθυμούσαν όντως το καλό μας , θα μας μιλούσαν για την τοξικότητα των πολιτικών προσώπων.

Μεσημέρι. Έχω κλείσει τα’ αυτιά μου στο έξω τους. Επιδίδομαι σε ένα πρόχειρο μνημόσυνο στον David Bowie χρησιμοποιώντας μονάχα τα ακουστικά και το κινητό. Ακούω το αγαπημένο μου τραγούδι από την δισκογραφία του. Ακούω το “heroes” , just for one day. Και ρωτάω άραγε ποιοι είναι αυτοί οι ήρωες; Όσοι βρίσκονται στο περιθώριο μήπως; Και κάνουν παράλληλα διπλή ζωή; Μας μοιάζουν ή όχι; Φορούν λαστιχιένες στολές και βγαίνουν έξω για να προστατεύσουν τους απλούς ανθρώπους; Και τέλος ποιος μπορεί να γίνει ήρωας; Βλέπεις πόσες ερωτήσεις; Και καλύτερα ερωτήσεις παρά απαντήσεις, το είχε πει και η Janis.

Μία ηλικιωμένη κυρία με μία παλιομοδίτικη φούστα σε γαλάζιο χρώμα και χοντρό καλσόν που θύμιζε την γιαγιά, πήγαινε να πετάξει τα σκουπίδια . Έπρεπε να περάσει τον δρόμο. Ένας νεαρός οδηγός σταμάτησε με την μηχανή του για να περάσει η γιαγιά. «Ευχαριστώ» του είπε. Χαμογέλασα κάτω από τα γυαλιά μου. Και πώς να μην χαμογελάς όταν γίνεσαι μάρτυρας της ύπαρξης της πιο όμορφης αρετής, της ευγένειας στην εποχή της αγένειας. Όταν όλοι παθιάζονται, όταν πρέπει να σου πουν έναν κακό λόγο ή που όταν σου λένε τον καλό λόγο δύσκολα τον εννοούν. Όταν οι περισσότεροι αδιαφορούν για το αν σε πάτησαν στο τρένο «ας πρόσεχες!» η για το αν πάτησαν πάνω στο βιβλίο που σου έπεσε.

Βράδυ πια. Γιόρταζε η Μυρτώ προχθές. Την ξεχάσανε μάλλον. Τώρα , οι περιπτεράδες του διαδικτύου έχουν βάλει τα μανταλάκια τους πάνω σε πορτρέτα του Lemmy και του Bowie. Και όχι δεν φταίνε οι δύο τελευταίοι αλλά η υποκρισία , που έχει γίνει δεύτερη σάρκα των Μέσων. Μετανιώνω για το «δεύτερη», μάλλον πρώτη. Χθες γύρισα σπίτι αργά. Σήμερα νωρίς αλλά ο χρόνος φαίνεται να έχει λάβει τρείς ιδιότητες μόνο. Να τελειώνει , να τρέχει, να μένει στάσιμος.

Και τι μας έμεινε θα μου πεις; Μόνο στον θάνατο σε θυμούνται πια. Όταν ζεις δεν ξέρουν το τηλέφωνο. Κατάντια , να σου πω. Χειρότερα; Να σε σπιλώνουν και όταν ακόμα φεύγεις , αλλά τι τα θέλεις; Η αχαριστία κυλάει στις φλέβες μας. Είναι αυτό το μόνιμο ανικανοποίητο. Και σου μένει η απορία στο τέλος ν’ αυτοκτονήσω ή να κάνω καφέ;

Κι όπως είπε ο ίδιος που διατύπωσε το παραπάνω ερώτημα , κάθε λογικός άνθρωπος έχει σκεφτεί μια φορά την αυτοκτονία.

Και σήμερα είναι και Blue Monday.

Επίφοβη μέρα.

Και πάντα θα ακούμε την αγάπη…

Articles/Opinions, SHORT STORIES

  Η χθεσινή συναυλία στην Οδό Ονείρων του Γιάννη Αγγελάκα και της νέας του μπάντας που τον συντροφεύει ,ήταν η περίτρανη απόδειξη ότι ο Θεσσαλονικιός που ξεκίνησε με τις Τρύπες είναι ακόμα εδώ και αναθρέφει με τις νότες και τους στίχους του μικρά και μεγάλα αγρίμια. 

12417829_10153478540473212_4132964497151609890_n

Photo: Sotiris Gikas

Υπάρχουν κάποιοι καλλιτέχνες-όπως και άνθρωποι κάποιες φορές- που επιλέγουμε να τους παραμερίσουμε επειδή ακριβώς είναι αρκετά ξεχωριστοί ,ιδιαίτεροι και συνάμα σημαντικοί για εμάς . Γιατί δεν θέλουμε να χάσουν την ιδιότητα να είναι συνδεδεμένοι με πολύ προσωπικές στιγμές -και αυτό όχι δεν παραπέμπει μόνο σε έρωτες . Αυτό ασφαλώς  το συναίσθημα ,είναι δύσκολο να το κατανοήσει κανείς εάν δεν έχει κλάψει έστω μία φορά ακούγοντας την ¨Γιορτή¨ ή αν δεν έχει ακούσει το “Όταν χαράζει”  γύρω στο χάραμα.  Κάπως έτσι συνέβαινε και με τον Γιάννη Αγγελάκα τον οποίο ήθελα να δω πάση θυσία χθες  live.

Έχε στο νου σου ότι μπορεί να μην μπορέσουμε να δούμε τον Αγγελάκα . Γίνεται χαμός…” είπε ενώ ήμασταν ακόμα στο αυτοκίνητο και περνούσαμε από τον κεντρικό δρόμο ρίχνοντας μια ματιά στο στενάκι, που βρίσκεται το μαγαζί και που είχε γεμίσει κόσμο μέχρι έξω . Κόσμο που περίμενε για ένα πολυπόθητο χαρτάκι και αδημονούσε να σιγοτραγουδήσει μαζί με τον Γιάννη, όπως συνηθίζουν να τον αποκαλούν οι φίλοι και θαυμαστές του,όλα τα κομμάτια που συντρόφευσαν εφηβείες, έρωτες, καταθλίψεις, μανία σε μια μικρή  συναυλία – Γιορτή.  

“Ξέχασέ το , απόψε θα δούμε Αγγελάκα no matter what. ” είπα και το θέμα θεωρήθηκε λήξαν. Καταφέραμε να μπούμε ενώ το live είχε ήδη ξεκινήσει , παρ’όλ’αυτά, καταφέραμε να βρούμε λίγο χώρο και κάνοντας μύτες να αντικρύζουμε το πρόσωπο του καλλιτέχνη που μέσα από το σκοτάδι του μας δίνει σε στίχους την ζωή. 

Το μαγαζί ήταν κατάμεστο τόσο από νέους- ταξιδιάρες ψυχές- οι οποίοι ζούν την επαναστατική τους φάση και τους πρώτους δυνατούς έρωτες , όσο και από τους σημερινούς τριαντάρηδες και σαραντάρηδες, οι οποίοι μεγάλωσαν με τις Τρύπες και τον νέο τότε Θεσσαλονικιό που κουβαλούσε στην μουσική του το ροκ σκοτάδι . Κάποιοι αναφωνούσαν ” Πές τα Γιάννη!” , τραγουδούσαν , χόρευαν χωρίς να στρέψουν στιγμή το βλέμμα τους από την σκηνή.  Αν μπορεί να πει κανείς κάτι με σιγουριά για τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη είναι ότι έχει φανατικούς θαυμαστές , που δείχνουν σταθερά την αγάπη τους μέσα στο χρόνο .

 Μεταξύ άλλων σιγοτραγουδήσαμε και χορέψαμε το “Σιγά μην κλάψω” , την “Γιορτή”, την “Ταξιδάρα Ψυχή”  , το “Όπως ξυπνούν οι εραστές” και “Ακούω την Αγάπη” και το “Τραίνο”. Πέραν του frontman ,ο οποίος κατ’εμέ στα live στέκεται εξαιρετικά, ίσως πολλές φορές και καλύτερα φωνητικά από τα studio recordings του , η μπάντα που τον συντρόφευε μουσικά συμπλήρωνε τον καλλιτέχνη δίνοντας μία πιο σύγχρονη – και πιο νεανική , ας μου επιτραπεί- πνοή στα πλέον κλασσικά κομμάτια του

Συνοψίζοντας , το μαγαζί επιεικώς σειόταν στις νότες των κομματιών ενώ η ατμόσφαιρα ζεσταινόταν με την φωνή του “Γιάννη” όπως έτειναν να τον φωνάζουν οι θαυμαστές του μέσα σε όλο αυτό το “οικογενειακό” κατά κάποιο τρόπο live ,που σίγουρα ατμοσφαιρικά θα μπορούσε να του αποδώσει κανείς στοιχεία καφκικού σκοταδιού .

Τέλος, αν κάτι μας υπενθυμίζει πάντως, ο  Αγγελάκας  και η μουσική του σε κάθε live, είναι η περίτρανη απόδειξη πως δεν μπορείς να ζήσεις  την ζωή αν δεν αγγίξεις έστω και λίγο τον θάνατο. Γιατί μόνάχα έτσι δύνασαι να ακούσεις την αγάπη.