Eνσταντανέ #3 Στα βάθη της Πλάκας

Eνσταντανέ

Μεσημέρι. Σχεδόν αργά. Σχεδόν καλά και φρόνιμα. Μόλις έχω αρχίσει να αναπνέω από την κρίση άσθματος, που μου προκαλεί κάθε πρωινό. Κάθε ατελεύτητο πρωινό, που με κάνει να καρτερώ με μανία το βράδυ και που με κάνει να προσπαθώ να εφευρίσκω τρόπους για να παίρνει το ρολόι όλο και πιο γρήγορα τις στροφές. Κάθε μέρα μοιάζει με αντεστραμμένη ζωή. Πρωί θάνατος, μεσημέρι ψυχοραγούμε , τα βράδια ζούμε υγιείς μέσα στις καταχρήσεις και τις σκέψεις μας.

 
Αποβιβάζομαι. Το τρένο φεύγει. «Μοναστήριον» για επίγειους αμαρτωλούς που μοιάζουν με Αγίους. Μοναστηράκι για εμάς τους κοινούς θνητούς, που απλά παρατηρούμε , για όσους δεν σκοπεύουμε να πάμε ούτε σε Παράδεισο ούτε σε Κόλαση, αλλά να εγκλωβιστούμε εδώ , ισόβια καταραμένοι στην επανάληψη της δυστυχίας. Για εμάς τους κυνηγημένους δηλαδή. Για εκείνους που μόνη ηδονή είναι η αίσθηση του τώρα και της προσωρινότητας. Η αίσθηση του πως είναι να ζεις. Έστω για λίγο. Έστω για δευτερόλεπτα Ελεύθερος.Όσο διαρκεί ένας τόσο δά ψίθυρος την ώρα που κάποιος σου γλείφει τ’αυτί. Τα μεσημέρια στο Μοναστηράκι αντηχούν ρεμπέτικες ή λαικές νότες,συχνά με ρίζες το παρελθόν. Μυρίζουν ηλιοκαμμένη ντομάτα και ρίγανη. Και οι τουρίστες , όχι ξένοι για εμάς ,γεύονται τον Ξένιο Δία στο πιάτο τους. Δεν θέλω πια να ξαναρθείς, μου είχα ορκιστεί κάποτε. Εσύ και κάθε εσύ. Μηδέν προσδοκίες, μηδέν απογοητεύσεις. Αποτέλεσμα; Μέτριο. Τουλάχιστον είχαμε εξασφαλίσει την επιβίωση.

 
Αλλά βλέπεις είναι που κάθε φορά που σου υπόσχεσαι και σου ορκίζεσαι ,η ζωή έρχεται σαν τετράχρονο παιδί να σου βγάλει την γλώσσα και να σε προκαλέσει να την κυνηγήσεις.
Λίγο νωρίτερα έχουμε κλείσει το τηλέφωνο. Πηγαίνω από το δισκάδικο. Οικείο περιβάλλον.Έχουμε ζήσει εμείς σε δισκάδικα τόσο στο “High Fidelity” όσο και στο “500 days of Summer”. Η ζωή μας είναι γκρεμοτσακισμένη έφηβη που κάθεται στο πάτωμα και συγκινείται με δίσκους των Radiohead. Σιγομουρμουρίζει πάντα δύσπιστη όταν την αγαπάνε «I wish I was special» ενώ το τελευταίο διάστημα αρκείται σε κάτι ταβανοσκοπήσεις «Daydreaming» τις λέει.
Δεν έχει και ιδιαίτερο νόημα όμως. Τα soundtrack κρατούν μέχρι την έλευση της αποδημίας. Τίποτε για πάντα. Ποτέ για πάντα. Και εκεί που το πάντα συναντιέται με το ποτέ, εκεί που το παρελθόν δεν μοιάζει τόσο κακό και το μέλλον ίσως λίγο πιο φωτεινό και η στιγμή φυλακίζεται στην μοναδικότητα της, είναι η Πλάκα.

 
Ανηφορίζουμε . Πλανόδιοι μουσικοί, πλανόδιοι ζωγράφοι να είναι ευτυχισμένοι. Ξέρεις τους ζηλεύω λίγο. Είναι Ελεύθεροι. Παρατηρώ τους ανθρώπους και τις γλώσσες που μιλούν, ζούμε στον πύργο της Βαβέλ. Χανόμαστε. Καθόμαστε στα σκαλάκια μιας εκκλησίας.Φεύγουμε. Ο ήλιος μας ροδίζει τα μάγουλα και οι ρανίδες ιδρώτα στο μέτωπο μας υπενθυμίζουν πόσο ανάγκη έχουμε την καφεΐνη . Οδός Λυσίου γωνία. Σκαλάκια. Kαι η Μελίνα μας κοιτάζει σαν Παντογνώστης θεός , γνωρίζει την έκβαση γιατί είναι πλασμένη από Όνειρο.Ανεβαίνουμε. Σχεδόν συζήτηση ενώ καθόμαστε. Σχεδόν σκέψη κάθε που κοιταζόμαστε. Μάτια γεμάτα ενθουσιασμό. Μηδενίζω πάλι. Θα του περάσει αργά ή γρήγορα και όλα θα καταλήξουν συμβατικά. Συνηθισμένα. Κάθε που φεύγει ο ενθουσιασμός και η ανασφάλεια, που έχουν μέχρι να σε κερδίσουν οι άνθρωποι, όλα  καταλήγουν ανιαρά και συνηθισμένα .Τρομάζω. Παλεύουν στην αρχή και μετά επαναπαύονται. Φοβάμαι. Αναπνέω γιατί πνίγομαι.

 
Φεύγουμε πάλι. Ανεβαίνουμε και άλλα λιθόστρωτα και ελαφρώς δύσβατα στενά. Ασπρισμένοι τοίχοι , γάτες απλωμένες σε πέτρινες αυλές, σπίτια με ανοιχτές πόρτες που ξεχειλίζουν αρχοντιά , συνοψισμένη σε χρυσά κάδρα και πορσελάνες και έπειτα μ’ένα βλέμμα όλη η Αθήνα στο πιάτο. Σε κάτι κρυμμένους τοίχους, κάτι ευφάνταστα εξπρεσιονιστικά γκραφίτι. Μπλέ. Πάντα το μπλέ. Και όπως είχα πει κάποτε αν η Κόλαση είναι μπλε , και όχι κόκκινη καλύτερα να φύγω αμέσως για εκεί.
Κάποια στιγμή πρέπει να κατέβουμε. Να επιστρέψουμε στην συμβατικότητα των πολυσύχναστων δρόμων. Νιώθω την ψυχή μου να μένει εκεί. Γιατί η ψυχή ζει στις αναμνήσεις που κουβαλάμε και το παρελθόν μας κοιτάζει στην γωνία για να μας υπενθυμίζει να το αφήνουμε μα να μην το λησμονάμε και να ζούμε στο μέλλον.

Βραδιάζει.

Τι να σου κάνει το ρολόι; Θα σε τσακίζει πάντα χειρότερα από πιστόλι.
Ζήσε, στις  στιγμές που έχουν ουσία είναι που σταματάει ο χρόνος.

 

5d69f65faae8568b56c75205dc8e4332

κρίση άσθματος

Uncategorized

ήθελα να έχω μια σκιά  να με κερνάει τσιγάρο και να καθόμαστε σε παγκάκια τα ξημερώματα, λες και δεν έχουμε σπίτι. σάρκα και ψυχή καταραμένα από το πρώτο άστρο στο δέρμα. ποιος να μας καταλάβει;

κι όλο ζητούσες να αναπνεύσεις μέσα σε φυλακή, και δεν έλεγες γιατί καλύτερα δεν νυχτώνω να λάμψουν και τ’άστρα που την μέρα κρύβονται;

τιμωρία είναι να πραγματοποιούνται οι επιθυμίες σου και εσύ να συνειδητοποιείς ότι τελικά δεν ήταν αυτές που ήθελες

άσθμα είναι να πνίγεσαι από την ίδια σου την ουσία και να βράζεις σ’αυτήν σα καβούρι και τελικά η σούπα να μην τρώγεται κιόλας.

δε μετανιώνω που γεννήθηκα και θα παραμείνω μονάδα

και όχι ζορισμένο και καταπιεσμένο εικοσάρι

γιατί βλέπεις η αξιολόγηση  και οι βαθμοί  είναι καλοί για την πολιτική, όχι για τους ανθρώπους και τα πάθη τους

e593c02649f3fda6ecf2189dd1c16341

 

 

 

4:53 πάντα

SHORT STORIES

Τα πάντα είναι διηγήσεις που φτιάχνουμε για να ζήσουμε όσα στην πραγματικότητα δεν κατορθώσαμε. 

 

Αυτή η πόλη είναι καρδιοκλέφτρα σκέτη. Δημιουργεί ζωές εκεί που δεν υπάρχουν. Μεταμορφώνει ανθρώπους-κάμπιες ενώ εκείνοι δειλιάζουν να γίνουν  η καλύτερη εκδοχή του εαυτού τους. Συσσωρεύει μυστικά σαν κατακάθι ελληνικού καφέ που πίνεις το μεσημέρι μετά το φαγητό. Συνήθειο μας έγινε η απόλαυση του καφέ.

Απόλαυση μας έγινε εκείνο το καταγώγι. Αλκοολ και μουσική. Το γκρίζο σάλπαρε και δεν έχουμε λιμάνι και καδένα για τούτο. Τόσος κόσμος στο μπαρ. Δυο μάτια φωτίζουν όλη την άβυσσο που παραλίγο να με καταπιεί.

Όταν εκείνος δεν είναι εκεί για σένα το μπαρ άδειο, χωρίς καμία σημασία, η ύπαρξή σου βαλαντωμένη μαριονέτα που πίνει μηχανικά από το ποτήρι.Όταν τον βλέπεις , αρχίζεις να ενεργοποιείς αισθήσεις και σώμα. Είσαι ζωντανή μες την ματαιότητα της νύχτας και της ύπαρξής σου. Γιατί ξέρεις , οι άνθρωποι είναι ζωντανοί μόνο όσο είναι ερωτευμένοι.

Πίνεις. Ακόμα καταλαβαίνεις τον εαυτό σου. Στον έρωτα και στο πιώμα που μπορεί και να ταυτίζονται γιατί κι ο έρωτας μέθη είναι μοιάζεις γελοία. Νιώθεις διχασμός. Τύψεις από την μία απόλαυση από την άλλη. Νίώθεις μηδαμινή γυναικούλα και συγχρόνως ύψιστη γυναικάρα.Γιατί ο έρωτας είναι σαν τα ασανσέρ όσο σε αποθεώνει τόσο μπορεί και να σε ρίξει στο ναδίρ.

Σχεδόν ξημέρωμα, φεύγω από το bar και αράζω σε μία στάση λεωφορείου . Περιμένω καπνίζοντας. Ξαφνικά μπροστά μου να με ρωτάει πως και ακόμα εδώ.Ξημέρωμα. Κοιτάζει ρολόι. Εγώ νιώθω αμήχανη έχω παγώσει να τον κοιτάζω στα μάτια και το καρδιοχτύπι ξεκινάει. Χαζοκόριτσο λέω μέσα μου σταμάτα. Είναι διακριτικός και προστατευτικός γι’αυτό μου αρέσει. Παραείμαι έφηβο χαζοκόριτσο που πιστεύει στον έρωτα και την αγάπη γι’αυτό τα μάτια του πετάνε σπίθες.

 

4:53 η ώρα πάντα,φοράω παλιές λέξεις προορισμένες για αλλού και πανταχόθεν εξόριστες, σε νέο άνθρωπο ελθόντα εκ του Βορρά. 

λησμόνησα  καταγώγια, γκαρσονάκια και γραφιάδες

η ζωή μας χωρισμένη με χιλιόμετρα και εγώ καταστάλαξα στον δρόμο

 

baisse