Αποσύνθεση

Blast from the Past

Ήμουν σε πλήρη αποσύνθεση. Σαν τα ζώα που τα βλέπουν νεκρά οι αετοί από ψηλά και σπεύδουν ν’αρπάξουν και το τελευταίο κομμάτι που μπορεί να φαγωθεί. Η πλάτη μου γεμάτη μαχαιριές. Το στήθος γρατσουνισμένο.Τα γόνατα σαν να είχα πέσει από ποδήλατο. Γνώριζα πως παιδί δεν ήμουν και ας ήθελα να παραμείνω. Δεν ξέρω ποιος έφταιγε για τις πληγές. Εκείνος. Εκείνος λέω και πάλι δεν θέλω να επιρρίψω ευθύνη, γιατί εγώ του το επέτρεψα.

Μα η αλήθεια ήταν πως είχε μπει σαν αρπακτικό στην ζωή μου. Με ξεζούμιζε. Μου ρουφούσε την ενέργεια, μου ρουφούσε την ψυχή. Τα πάντα. Κι ακόμα και το αίμα μου να του έδινα , να έμενα νεκρή στα χέρια του, δεν ήξερα αν θα ήταν ικανοποιημένος. Όση ζωή χρειαζόταν την έπαιρνε από εμένα. Και εγώ έμενα ένα ατελέσφορο κενό. Οι άλλοι με αγαπούσαν. Με φρόντιζαν. Με πρόσεχαν. Είχαν αρχίσει όμως να γίνονται πολλοί.

 

 

Οι άνθρωποι και οι δουλειές έχουν το εξής παράδοξο. Ή έρχονται όλοι και όλα μαζί ή τίποτα. Δεν είμαι σε θέση να κατανοήσω τους λόγους που συμβαίνει κάτι τέτοιο, μα οι επιλογές είναι πάντα δύσκολες. Δεν ξέρεις τι να κρατήσεις, τι να πετάξεις, κι αν έχεις προσπαθήσει έστω και μια φορά να βάλεις το χάος της ζωής σου σε τάξη, σίγουρα έχεις επίγνωση για το πόσο ψυχοφθόρο είναι να απορρίπτεις ανθρώπους και ευκαιρίες.

Παρόλα αυτά έπρεπε να δώσω ένα τέλος. Ένα οριστικό τέλος σ’ αυτό τον καρκίνο που μ’ έτρωγε αργά και βασανιστικά εκ των έσω. Αυτός ο άνθρωπος και η συμπεριφορά του μου κατασπάραζε τα σπλάχνα. Με αρρώσταινε. Οι μεταστάσεις προχωρούσαν με απαράμιλλη ταχύτητα στα πιο ζωτικά όργανα του γυναικείου οργανισμού. Καρδιά. Μυαλό. Επόταν σύντομα ο θάνατος.

Με είχε μετατρέψει σε ένα συναισθηματικό ασανσέρ. Απεριόριστες διαδρομές Τάρταρα-Παράδεισος. Αποκλειστικά για εμένα, δεν υπήρχε κάποιο αντίτιμο ή εισιτήριο. Οι μέρες μου γίνονταν σκοτάδια. Και οι αντοχές μου λιγόστευαν μακάβρια. Ήμουν εξαντλημένη πια. Είχα την δύναμη που έχει μία χτυπημένη λύκαινα που ξεψυχάει. Δεν μπορούσα όμως να ζήσω έτσι. Δεν μου άξιζε να ζω έτσι. Μου άξιζε να αγαπιέμαι πολύ. Πολύ. Και ν’αγαπάω. Παθιασμένα. Τρελά. Με μανία. Με μανία.

Και η αδράνεια παρέμενε ως είχε. Κανείς δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει. Κανείς. Ο καθένας χαμένος στο δικό του προσωπικό δράμα και καταλήξαμε βολεμένοι στη μιζέρια. Και είμαστε λίγο γελοίοι εδώ που τα λέμε. Και υποκριτές. Ποιόν κόσμο να αλλάξουμε; Εδώ δεν μπορούμε να ερωτευτούμε, δεν μπορούμε να ζήσουμε. Δεν μπορούμε ούτε να επικοινωνήσουμε.

Και ξεψύχαγα. Ξεψύχαγα μέχρι που θα μ’είχαν φάει όλα τ’αρπακτικά και δεν θα είχε μείνει τίποτα. Μα και πάλι, ικανοποιημένοι δε θα ήταν. Γιατί τ’αρπακτικά δεν νιώθουν. Πως θα αισθάνονταν κορεσμό;

Μα δεν πειράζει. Η καταστροφή σε κάνει Άνθρωπο.

Κι αν έγινα, στην καταστροφή μου το χρωστάω.

Το ποτέ πεπραγμένο

Blast from the Past, SHORT STORIES

Η τελευταία συνάντηση ήταν σε έναν ήσυχο κήπο μετά από βροχή. Τα λευκά τριαντάφυλλα είχαν δροσιστεί από κάτι μικρές στάλες της βροχής και ο ουρανός ήταν γκρίζος χωρίς προοπτική να ξεπηδήσει από μέσα του καμία ηλιαχτίδα. Η δική τους ηλιαχτίδα ή φλογίτσα – δεν μπορώ να αποφασίσω – έσβηνε όλο και περισσότερο μέχρι που κατέληξε να γίνει παγερή χειραψία, αδιάφορη περισσότερο και από αυτές τις δήθεν “επαγγελματικού επιπέδου” που ανοίγουν το δρόμο στις συνεργασίες. Ή που μπορεί να τις λήγουν κιόλας.

 

– Ίσως όταν μάθω να γράφω να σου στείλω δυο σημειώσεις με τίτλο “Ευχαριστώ και συγνώμη” στο τότε σπίτι σου.
– Η συγνώμη ευπρόσδεκτη, μα το ευχαριστώ γιατί;
– Ευχαριστώ, γιατί έστω και μέσα από αυτή την στασιμότητα της κατάστασης, με βοήθησες να κάνω πρόοδο.
– Τι είδους πρόοδο δηλαδή;
– Να, ας πούμε ότι έμαθα ότι ανάμεσα στους τόσους διαβρωμένους, στους τόσους εκμεταλλευτές, μπορεί να υπάρχουν όντως άνθρωποι, ελάχιστοι βέβαια, που δεν λειτουργούν με κίνητρο πόση ζημιά θα σου προκαλέσουν.
– Λυπάμαι, που δεν μπορώ να σου πω και εγώ «ευχαριστώ».
– Ξέρεις κάτι; Δεν πειράζει. Έχω αναγνωρίσει που οφείλεται η αποτυχία αυτού του χημικού πειράματος.
– Α, γίναμε χημικό πείραμα; Ενδιαφέρουσα θα είναι η θεωρία σου, για πες.
– Πολύ ομοιότητα στις ψυχοσυνθέσεις και υπερβολικές δόσεις ανασφάλειας και από τις δυο πλευρές.

 

Το πρόσωπο του απέκτησε ένα συγκρατημένο χαμόγελο συγκατάβασης. Σα να μου έλεγε “δίκιο έχεις”.
Θυμάμαι, πως δεν μίλησε πολύ. Ήμουν κάτι παραπάνω από μόνη σ΄αυτό.

 

– Αυτά είχες να μου πεις;
– Ναι, αν θες μπορείς να πεις και εσύ οτιδήποτε θέλεις.
– Οι συνθήκες φταίνε που δεν πήγε καλά.
– Ξέρεις, όχι δεν φταίνε οι συνθήκες. Εμείς τις φτιάχνουμε αυτές. Δεν είμαστε υποχείριο κάποιου, κι αν ανήκουμε σε κάποιον, αυτός είναι αποκλειστικά και μόνο ο εαυτός μας.

 

Σταματήσαμε να μιλάμε. Έκατσα σε ένα πεζούλι, το οποίο είχε προστατευτεί από τις δροσοσταλίδες και είχε μείνει στεγνό περιμένοντας εμένα. Κοίταζα στον ορίζοντα χωρίς ουσιαστικά να κοιτάζω. Η εικόνα μπροστά μου ξεθώριαζε. Θόλωνε. Ο νους μου πέρασε αυτή την διαδικασία “flashback”, που λένε ότι περνάει ο άνθρωπος, προτού ξεψυχήσει εντελώς, όταν το σώμα του νεκρώνει. Παραδόξως καμία αποσύνθεση. Και πώς να πέθαινα άλλωστε με τόση μανία και πάθος για τη ζωή μέσα μου; Είδα μονάχα επιλεκτικά σκηνές που είχαμε περάσει μαζί. Τη μέρα που εγώ ντυμένη σαν χίπισσα, με ένα κόκκινο μαντήλι στα μαλλιά και κάποιες μαργαρίτες σφηνωμένες σ’ αυτό, τραγούδαγα, συνοδεύοντας την κιθάρα του και έτσι αναβιώναμε κάποιο ξεχασμένο woodstock, από τα κλειδωμένα ντουλάπια μη υπαρκτών αναμνήσεων, μέσα στην δεύτερη νεανική εφηβεία μας.

 

Τότε που είχαμε χαθεί με το αυτοκίνητο κάπου στην Πελοπόννησο, έσκασε το λάστιχο και σκεφτόμασταν να εγκαταλείψουμε το αυτοκίνητο και να κάνουμε ωτοστόπ σε έναν τσιγγάνο που είδαμε για να επιστρέψουμε, την συναυλία που πήγαμε και μετά γυρίσαμε με τα πόδια το ξημέρωμα χωρίς να νοιαζόμαστε ιδιαίτερα για το αύριο ή για το αν πονούσαν τα πόδια μας λόγω των αλήτικων παπουτσιών μας συζητώντας παράλληλα στον δρόμο, και τις άλλες φορές που απλώς μείναμε σπίτι διαβάζοντας κάποιο βιβλίο – μάλλον ποίησης ή πολιτικής αφού αυτά μας άρεσαν – σε κάποιο μπαλκόνι, κοντά στο λόφο του Στρέφη, κάτι καλοκαιρινά βράδια με συντροφιά λίγο κόκκινο κρασί, ενώ έξω είχε νυχτώσει. Εξέπνευσα, όχι επιθυμώντας να αποποιηθώ κάποιο βάρος που έκρυβα μέσα μου, μα θέλοντας να μετριάσω αυτή την γλυκόπικρη μελαγχολία. Γλυκόπικρη γιατί το είχα ζήσει, μα τώρα τελείωνε ή μάλλον το διέγραφε.

 

 

Δεν δύναμαι να γνωρίζω τι σκεφτόταν ή τι έκανε όση ώρα είχα παραδοθεί σ΄ αυτό το νοητό ταξίδι και ταυτόχρονα εθελούσιο βασανιστήριο, μα έχω την εντύπωση ότι έτριβε τα μάτια του σαν να ήθελε να μην δω ίσως και την δική του στεναχώρια.

 

– Κλαις;
– Είσαι ανόητη; Απλά με ενοχλούν οι φακοί μου.
– Ποτέ δεν ήσουν καλός ψεύτης. Η φωνή σου αλλάζει, λυγίζει, ειδικά όταν λες ψέματα θλιμμένος. Άλλωστε ποτέ δεν μπόρεσες να μου πεις ψέματα, γιατί να το δοκιμάσεις τώρα; Καλά ψέματα μπορούν να πουν μόνο οι πολύ έμπειροι και ταλαντούχοι ψεύτες.
– Παράτα με επιτέλους ήσυχο. Σε βαρέθηκα. Βαρέθηκα τις αναποφασιστικότητες σου, τις κυκλοθυμίες σου. Και με κούρασε που έχω γίνει και τόσο προβλέψιμος για εσένα. Με πεθαίνει η ρουτίνα αυτής της σχέσης- αν είναι σχέση. Θέλω να φύγω, με διώχνεις, μα δεν θέλω να σ’ αφήσω.
– Σκέφτομαι ακριβώς το ίδιο. Μα δεν μου το κάνεις εύκολο. Συνέχεια το ίδιο μοτίβο. Αδυνατώ να καταλάβω γιατί φεύγεις, γιατί θυμώνεις. Και πάλι εγώ δεν μπορώ να φύγω.
– Φεύγω εγώ. Πρέπει να τελειώσει. Δεν λειτουργεί. Δεν το βλέπεις; Είναι ένας αέναος αγώνας στον οποίο αλληλοπληγωνόμαστε.

 

Τον κοίταξα προσπαθώντας να μετριάσω κάθε ανατριχίλα του γκρίζου συναισθήματος που μου προκαλούσε το φευγιό του. Δεν μπορούσα να κάνω και πολλά. Να του άρπαζα μήπως το μπράτσο; Όχι κάτι τέτοιο θα αντέβαινε στην αρχή που είχα και για μένα. Ο καθένας ανήκει αποκλειστικά στον εαυτό του και σε κανέναν άλλο. Στους άλλους, όταν τους αγαπάμε, παραχωρούμε οικειοθελώς χώρο χωρίς ενοίκιο ή οποιοδήποτε αντάλλαγμα μα μέχρι εκεί. Ανήκουμε σε εμάς, εάν θέλουμε να ζήσουμε ελεύθερα.

 

Δεν του είχα γράψει κανένα ποίημα να του το κάνω δώρο, μια που πήρε την απόφαση να με αφήσει πρώτος. Έτσι, για την αποφασιστικότητα που είχε σε αντίθεση με εμένα. Γιατί όπως και να’ χει πάντα θέλω να είμαι γενναιόδωρη. Δεν με πειράζει να μένω εγώ στο τέρμα μόνη με τον εαυτό μου. Αγαπώ εξαιρετικά την ελευθερία μου και την μοναχικότητα μου. Μέσω αυτών των αξιών πορεύομαι. Ούτε καμία επιστολή με τίποτα ρομαντικά γλυκόλογα του τέλους, που υπό διαφορετικές συνθήκες πιθανώς να χλεύαζα – μα όχι κακοπροαίρετα. Bλέπεις, ένα μελό ή ρομαντικό κείμενο δεν είναι πάντα επίκαιρο για έναν συγκεκριμένο άνθρωπο. Επικαιροποιείται ανάλογα με τα συναισθήματα του και την ψυχική κατάσταση στην οποία βρίσκεται.

 

– Πάρε αυτό το τριανταφυλλάκι τουλάχιστον ως ένδειξη φιλίας και “ανακωχής”.
– Ανακωχής γιατί; Δεν τσακωθήκαμε ποτέ.
– Υπήρξα μεγάλος μπελάς για σένα. Ίσως μονάχα μπελάς. Προκάλεσα περισσότερες πληγές απ’ όσες γιάτρεψα – αν γιάτρεψα καμία.
– Μη μιλάς άλλο. Άλλωστε τα λόγια μας κατέστρεψαν. Αυτά τεμάχισαν τις πράξεις.
– Απλά πάρ’ το και κάνε ότι στο καλό θέλεις. Αν δε σε νοιάζει, πέτα το φεύγοντας.

 

Το πήρε και έφυγε. Με τα σταθερά βήματα του. Δεν έμαθα ποτέ τι έγινε με το τριαντάφυλλο που του έδωσα. Έμεινα λίγο ακόμα στο ίδιο σημείο. Πάντα χρειαζόμουν λίγο χρόνο. Έψαξα στην τσάντα μου και έβγαλα τα τσιγάρα μου. Δεν ξέρω για το κουβάρι της ζωής μου και πώς θα το ξεμπλέξω, μα σίγουρα είναι κόκκινο. Πάντως, αυτή η ιστορία με δίδαξε. Κατάλαβα γιατί οι άνθρωποι καπνίζουν και πότε. Όταν δεν έχουν να πιαστούν από κάπου αλλού. Όταν μένουν μόνοι με τον εαυτό τους. Όταν αισθάνονται μια συντριβή ή μια ατελέσφορη θλίψη. Όταν κάποιος φεύγει εν τέλει. Όταν δεν είναι ευτυχισμένοι μάλλον.

 

Από εκείνη τη στιγμή σταμάτησα να νιώθω. Το μόνο που θα ήθελα να ξέρω με κάθε μικροσωματίδιο της ύλης μου και κάθε σπιθαμή της ψυχής και του μυαλού μου, είναι το τι σκεφτόταν – τι σκέφτεται τώρα. Τι πιστεύει. Τι νιώθει.

 

Σε λίγο έπιασε βροχή ξανά. Δεν είχα ομπρέλα. Θ΄ αρρώσταινα, μα τι σημασία είχε; Ήμουν ήδη άρρωστη και με μόνο πανωφόρι τις αναμνήσεις μου – ή μας. Πάλι δεν μπορώ να αποφασίσω.

Και πάλι η μνήμη μου θολώνει, ξεθωριάζει. Και δεν θυμάμαι αν η φαντασία μου με ενημέρωσε όντως για την φυγή του, ή αν ποτέ με παράτησε πραγματικά λέγοντας μου «Φεύγω», χωρίς παρενθέσεις, κόμματα και άνω τελείες.

Κάτω στην πόλη

Blast from the Past, SHORT STORIES

Ψάχνει καταφύγιο στην πόλη που αναπνέει και που την πνίγει συνάμα. Τα μάτια της δε χορταίνουν να κλέβουν κινηματογραφικά πλάνα. Ανθρώπους, ανθρώπους, ανθρώπους. Έχει δει πρώτα τη θλιμμένη του μετρό με τα μεγάλα εκφραστικά μάτια, τα οποία περιβάλλονταν από μαύρους κύκλους. Μαύρα ρούχα, βλέμμα χαμένο.

Βρίσκεται έξω τώρα. Αρθρώνει δυο λέξεις στο τηλέφωνο. Πίνει λίγο νερό. Την πλησιάζει ο ρακένδυτος της 3ης Σεπτεμβρίου. Δε φοβάται.Φοβάται άνθρωπος τον άνθρωπο; 

«Αν το πιεις, δώσε μου να γλείψω μια σταγόνα, έχω να πιω νερό από  προχθές». Του δίνει το μπουκάλι. Για εκείνη είναι μια απλά καλή πράξη, για εκείνον θέμα επιβίωσης.

 

katw-stin-poli1

Λίγο πιο δίπλα, βλέπει την κυρία με τα μεγάλα νύχια. Φοράει πέδιλα και κουβαλά όλη της τη ζωή σ’ένα μεγάλο σάκο. Κοιτάζει μ ’επιθυμία τα προϊόντα του ζαχαροπλαστείου. Πεινάει λέει, κι επειδή έχουνε απομείνει και κάτι άνθρωποι, οι υπάλληλοι της δίνουν κάτι. Μ’ αυτή την εικόνα η ρεαλιστική της πλευρά δέχεται ένα ισχυρό πλήγμα. Στους ρεαλισμούς της λέγανε πως δύσκολα χωράει η ανθρωπιά – πρωτιά έχει το συμφέρον. Πάντως ποτέ δεν ήταν και υπέρμαχος του ρεαλισμού, μάλλον τον μαχόταν και ας μίλαγε ρεαλιστικά ψυχρά για να πιστέψει κι η ίδια τα λόγια της.

Δεν προφταίνει να βλέπει. Αγχώνεται για να φωτογραφήσει τα πάντα με τα μάτια. Ανθρώπους και οτιδήποτε άλλο βρεθεί στο διάβα της.Βλέπει συνθήματα σε τοίχους που δείχνουν ότι η νιότη πεθαίνει γι’ αλλαγή. Η νιότη πεθαίνει για «Ζωή όχι επιβίωση», όπως διαβάζει σε κάποιο τοίχο. Η νιότη είναι αντιδραστική. Η νιότη είναι δακτυλοδεικτούμενη και κατηγορείται ότι αδρανεί. Ότι έχει βολευτεί. Κατηγορείται από παπαγάλους που ποτέ δε την ρώτησαν. Η νιότη σήμερα χάνεται βίαια. Ή παιδί ή σκλάβος της ενήλικης ζωής. Ενδιάμεσα δεν έχει. Νιότη δύσκολα θα βρεις.

Η ώρα είναι περασμένη. Η βιασύνη την πνίγει. Στο σταθμό του τραίνου βλέπει μερικά αρπακτικά. Αρπακτικά γιατί δεν παίρνουν τη ματιά τους από πορτοφόλια και τσάντες. Κανονικά γεράκια σου λέω. Είναι και κάποιοι άλλοι που λένε ότι μας προστατεύουν. Μάλλον όμως κι εκείνοι απλά παίζουν ένα ρόλο σ’ αυτή την πρόζα. Αλλιώς δε θα γινόταν αυτό το νταραβέρι δυο πιτσιρίκων με χέρια και τσέπες.

Μπορεί τελικά να έχει μεγάλη παρατηρητικότητα, κι ας της έλεγαν στο σχολείο ότι έκανε λάθη απροσεξίας. «Λάθη απροσεξίας» έχουμε κάνει όλοι σ’ αυτό τον κόσμο, αλλά δε πειράζει αρκεί να αναλαμβάνουμε την ευθύνη και να λέμε πως θα τον αλλάξουμε.

~

Και μέσα σ’ αυτή την πόλη, είδα ένα φως που δεν σβήνει ποτέ.

 

katw-stin-poli2