φθηνόπωρο

SHORT STORIES

Eχω ένα φόβο που τον έχουνε όλοι
και μια φωτιά που την ταίζω με λάθη

-Γιάννης Αγγελάκας

tumblr_nokamesvme1r1arpmo1_540

Τώρα που επιτέλους έφυγε ο Αύγουστος μπορείς να ανασάνεις. Να μην πηγαίνεις στην θάλασσα βάζοντας καρύδα αντηλιακό, να μην πίνεις την λεμονίτα λόγω της ήττας στον έρωτα και σε κάθε συναίσθημα. το καλοκαίρι είναι σαν το καρναβάλι. μια ανεπαίσθητη χαρά που όλοι είναι χαζοχαρούμενοι χωρίς λόγο. ξεγελιούνται και οι πιο απαισιόδοξοι, αυτοί που δεν πιστεύουν σε τίποτα πέραν από την ματαιότητα της ύπαρξης . άνθρωποι. αν συνομιλούσαμε με τους δαίμονές μας και αν αυτοί είχα κόκκινες ουρές και κέρατα ή αν πάλι ήταν κτήνη με αρρωστημένα μυαλά μπορεί και όλα να ήταν καλύτερα. η αλήθεια βρίσκεται στην ασχήμια. η ομορφιά δεν είναι καν αρετή. ενίοτε μιλάω σε πεθαμένους αγίους που σύχναζαν σε καταλήψεις και στην πλατεία για να ηρεμήσω. Εγώ θα μιλάω στην Κατερίνα και εκείνη θα μου λέει “σε καταλαβαίνω Μαράκι”. 

Ο καπνός χυμένος στο γραφείο ,ξεραμένος όπως τα σκέλια μου. Ακατάστατα  χυμένος , σαν σπέρμα σε γαμήσι βιαστικό . Είδες ; Μιλάω για γαμήσι ούτε καν για έρωτα. Την εγκατέλειψα αυτή την ψευδαίσθηση όπως και την ψευδαίσθηση της συνύπαρξης. Σβήνει το φως που πέφτει στην ιτιούλα και εμείς μένουμε ξεπεσμένοι  να μηδενίζουμε και να μηδενίζουμε μέχρι να νυχτώσουμε και να επιβεβαιώσουμε την πραγμάτωση της μονάδας  σε μοναξιά. 

Ο έρωτας είναι τρένο. Η αγάπη είναι τραίνο. Τραίνο φάντασμα σαν αυτό που έλεγαν τα Ξυλινα σπαθιά ή θαμμένο στις στάχτες σαν αυτό του Αγγελάκα με τις Τρύπες. Τρένο με έψιλον χωρίς μεγάλη διάρκεια. Παροδικό , μικρό ταξίδι. Τραίνο με μακρόχρονη τη συλλαβή και εμείς θα πάρουμε ΚΤΕΛ γιατί θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι και θα μιλάμε στον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα τα αρχαία όλο κάβλα με το στόμα παθιασμένο.

Τώρα Φθινόπωρο φίλε μου. Επιστροφή στην αλήθεια. Φθηνόπωρο γιατί έτσι φθηνά διαγράφεται η ακμή του καλοκαιριού για όσους πίστεψαν στον ήλιο. Tώρα παρακμή. Επιστροφή στην αλήθεια της κατήφειας και των πεσμένων φύλλων. Επιστροφή, στο λευκό δέρμα και στην γεύση δέρματος χωρίς αρμύρα. Τα τσιγάρα στο μπαλκόνι θα ελαττώσουν , θα έχει κρύο . Μα τ’απογεύματα το παράθυρο πάντα ανοιχτό αλλιώς θα φύγουμε από ασφυξία και δεν μας κάνει αυτή η μέθοδος.  θα μαζέψουμε τις μαύρες γάτες στην αυλή μιας και όλοι τις έχουν βάλει στο περιθώριο και θα πενθήσουμε την θάλασσα και τον ήλιο και τα ψέμματα που μας πότισε ο Ιούλιος και ο Αύγουστος.

Σαλεμένο μου Μαράκι. 

Ένα γραπτό σου μια κρίση πανικού μακριά. 

Κι ο χρόνος ο χειρότερος γιατρός.

Φεύγω τώρα σαν σκιά Ιτιούλας , που ξεριζώθηκε από την άκρη του δρόμου όπου έστεκε.

Εγώ πάνω απ’τα γραπτά να γέρνω και ο Αγγελάκας να μου ψάλλει την Εξόδιο.

 

4:53 πάντα

SHORT STORIES

Τα πάντα είναι διηγήσεις που φτιάχνουμε για να ζήσουμε όσα στην πραγματικότητα δεν κατορθώσαμε. 

 

Αυτή η πόλη είναι καρδιοκλέφτρα σκέτη. Δημιουργεί ζωές εκεί που δεν υπάρχουν. Μεταμορφώνει ανθρώπους-κάμπιες ενώ εκείνοι δειλιάζουν να γίνουν  η καλύτερη εκδοχή του εαυτού τους. Συσσωρεύει μυστικά σαν κατακάθι ελληνικού καφέ που πίνεις το μεσημέρι μετά το φαγητό. Συνήθειο μας έγινε η απόλαυση του καφέ.

Απόλαυση μας έγινε εκείνο το καταγώγι. Αλκοολ και μουσική. Το γκρίζο σάλπαρε και δεν έχουμε λιμάνι και καδένα για τούτο. Τόσος κόσμος στο μπαρ. Δυο μάτια φωτίζουν όλη την άβυσσο που παραλίγο να με καταπιεί.

Όταν εκείνος δεν είναι εκεί για σένα το μπαρ άδειο, χωρίς καμία σημασία, η ύπαρξή σου βαλαντωμένη μαριονέτα που πίνει μηχανικά από το ποτήρι.Όταν τον βλέπεις , αρχίζεις να ενεργοποιείς αισθήσεις και σώμα. Είσαι ζωντανή μες την ματαιότητα της νύχτας και της ύπαρξής σου. Γιατί ξέρεις , οι άνθρωποι είναι ζωντανοί μόνο όσο είναι ερωτευμένοι.

Πίνεις. Ακόμα καταλαβαίνεις τον εαυτό σου. Στον έρωτα και στο πιώμα που μπορεί και να ταυτίζονται γιατί κι ο έρωτας μέθη είναι μοιάζεις γελοία. Νιώθεις διχασμός. Τύψεις από την μία απόλαυση από την άλλη. Νίώθεις μηδαμινή γυναικούλα και συγχρόνως ύψιστη γυναικάρα.Γιατί ο έρωτας είναι σαν τα ασανσέρ όσο σε αποθεώνει τόσο μπορεί και να σε ρίξει στο ναδίρ.

Σχεδόν ξημέρωμα, φεύγω από το bar και αράζω σε μία στάση λεωφορείου . Περιμένω καπνίζοντας. Ξαφνικά μπροστά μου να με ρωτάει πως και ακόμα εδώ.Ξημέρωμα. Κοιτάζει ρολόι. Εγώ νιώθω αμήχανη έχω παγώσει να τον κοιτάζω στα μάτια και το καρδιοχτύπι ξεκινάει. Χαζοκόριτσο λέω μέσα μου σταμάτα. Είναι διακριτικός και προστατευτικός γι’αυτό μου αρέσει. Παραείμαι έφηβο χαζοκόριτσο που πιστεύει στον έρωτα και την αγάπη γι’αυτό τα μάτια του πετάνε σπίθες.

 

4:53 η ώρα πάντα,φοράω παλιές λέξεις προορισμένες για αλλού και πανταχόθεν εξόριστες, σε νέο άνθρωπο ελθόντα εκ του Βορρά. 

λησμόνησα  καταγώγια, γκαρσονάκια και γραφιάδες

η ζωή μας χωρισμένη με χιλιόμετρα και εγώ καταστάλαξα στον δρόμο

 

baisse

455 χιλιόμετρα

SHORT STORIES

Βλέπω στα μάτια σου τον τρόμο να χορεύει
μη με ρωτάς αν νοιώθω δυνατός
μες το μυαλό μου η τρελά αρχίζει ν’ αγριεύει
στείλε μου μήνυμα αν είμαι ζωντανός

-Γιάννης Αγγελάκας 

Ταξίδεύω, θα πει αποφασίζω πια για μένα.

 

04c6afbb651b173984564e139e74cd71

 

Πάει καιρός που σκέφτομαι πολύ πριν γράψω. Βλέπεις κάποιες φορές η ζωή γίνεται προτεραιότητα σε σχέση με την γραφή . Ίσως πάλι να δικαιολογούμαι. Φοβάμαι. Φοβάμαι μη σπιλώσω με λέξεις τις καταστάσεις  και στο τέλος επειδή χτίζω κάθε μέρα το όνειρο ξεχάσω να πράξω .

Η απόφαση ;

Να ζω . Κι ας είναι η απόσταση θηλιά στο λαιμό.

Ξημέρωμα, νυχτιάτικη δροσιά. τσιγάρο στο μπαλκόνι.

Ταξιδεύω νοερά. Οι λέξεις αποκαμωμένες. Περισσότερο παράλυτες.

Κι εγώ τι να πω ; αφού εσύ σιωπάς.

ίσως όταν είσαι όντως ερωτευμένος να μην πρέπει να μιλάς.

Η ζωή μας ,ένας ατελείωτος και βασανιστικός περίπατος στους γκρίζους δρόμους.

Πάλι εμπόδια, πάλι σχεδόν καλά. Περιπλάνηση ουτοπική οι σόλες μου λιωμένες.

Και έπειτα πάντα αυτός ο  χρόνος. Ο διχασμένος σε θεραπευτή δολοφόνο.

Και εκεί που θλίβομαι και πονάω , και οι σφυγμοί μου σε ταράζουν πάντα αποφασίζω να ταξιδέψω.

Για την πορεία μωρό  μου. 

Για την πορεία.

 

Σπίτι με θέα

SHORT STORIES

Δεν ξέρω τι είναι ζωή ούτε θάνατος. Πορεύομαι με μια αξία που δοξαζω σαν Θεό. Αμφισβήτηση λέγεται. Κάποιες φορές αυτή βρίσκεται κοντά και με την άγνοια. Όλα έτσι ξεκινάνε από ένα σημείο μηδέν, από δύο κουκκίδες σ ένα χάρτη από πέντε λέξεις σ ένα μήνυμα. Διάβαζα σ’ένα βιβλίο του Κούντερα που μου δάνεισαν για την νοσταλγία και τις εννοιολογικές αποχρώσεις που αλλάζει η λέξη ανά τις γλώσσες που μιλούν οι άνθρωποι στον κόσμο. Νόστος και άλγος , ο πόνος για την επιστροφή.Οι πληγές που δεν θα επουλωθούν παρά μονάχα όταν επιστρέψεις κοντά μου.

Δεν ξέρω αν είμαι ερωτευμένη, δεν ξέρω αν σε αγαπώ ή αν σε μισώ για ‘κείνο το σημάδι στο λαιμό, μα ξέρω πως θες να με κοιτάς και να μου μιλάς. Με κοινά τα μάτια που αλλάζουν χρώμα ανάλογα με τη διάθεση σου και να μου μιλάς πρωτύτερα για τα σκοτάδια σου γατί αυτά θέλω να κάνω φως. Οι άνθρωποι πρέπει να ξορκίζουν το παρελθόν με την αλήθεια και την ειλικρίνεια. Γοητευτική η σαγήνη του ψέματος μα κρατάει μονάχα για λίγο.

Δεν ξέρω καν πως βρέθηκα σε μια πορεία που δεν είχαμε προγραμματίσει.

Ξέρω μονάχα ότι θέλω ένα σπίτι σ’έναν δρόμο που θα είναι όλοι φίλοι. Θέλω ένα σπίτι στα Εξάρχεια με μεγάλο μπαλκόνι και κρασί το βράδυ και να συζητάμε. Να βλέπουμε πως το πορτοκαλί φως κάνει τα φύλλα να φαίνονται χάλκινα και το αεράκι να φέρνει μυρωδιά νυχτολούλουδο. Να μου λες για τα 4/4 μέτρημα και τις νότες και τους στίχους και εγώ να σε κοιτάζω ζαλισμένη. Να με φιλάς όταν χάνω τα λόγια μου για να καλύπτεις αυτή την παρενέργεια.

Θέλω αυτό το σπίτι στην Καλλιδρομίου και απέναντι ένας τοίχος με μωβ βουκαμβίλιες.Kαι να υπάρχεις εσύ.

Γιατί το σπίτι ακόμα και με την καλύτερη θέα, στον πιο όμορφο δρόμο και βράδυ, χωρίς εσένα θα’ναι άδειο.

tumblr_mkrhd7JCqg1qinh1vo1_1280

Μην κάνετε τον έρωτα ένα ακόμη cliché

SHORT STORIES

Μόνο αυτούς που με τρόμαζαν αγάπησα. Ίσχυε για μένα το αρχαιοελληνικό ”είναι τρομερό να πέσεις στα χέρια ζωντανού Θεού”. Aπό την άλλη μεριά, ήταν και οι μόνοι που με ενδιέφεραν.

Οι άνθρωποι όταν είναι να ξεπεραστούν, ξεπερνιούνται όπως οι μόδες.

-Μαλβίνα Κάραλη

_________________________________________

” Η ζωή δεν είναι ταινία, πρέπει επιτέλους να ωριμάσεις και να συναναστρέφεσαι φυσιολογικούς ανθρώπους. Σε κλείνω πρέπει να μπω στο ΚΤΕΛ.” είπε έχοντας ως προορισμό την πόλη που μένει ο Ρωμαίος της. 

Η ζωή όχι δεν είναι ταινία , ούτε τραγούδι ούτε καν ο αγαπημένος μου πίνακας του Klimt ωστόσο αξίζει να προσπαθεί κανείς να του δώσει μία διαφορετική διάσταση. Να τον κάνει να μοιάζει σαν ταινία . Να διαλέγει το σωστό soundtrack για την κάθε στιγμή. Kαι να σου πω κάτι φίλε μου; Εγώ τον έρωτα σε φυσιολογικά επίπεδα – όπως το ζάχαρο και τα τριγλυκερίδια- ούτε μπορώ ούτε και θέλω να τον ζήσω. 

 

κισσ

Ψάχνουμε όλοι το νόημα της αγάπης και ενός φιλιού. Να σου εξομολογηθώ κάτι; Σήμερα ,δεν είμαι ερωτευμένη. Ανασύρω μνήμες και συναισθήματα και βάζω τον εαυτό μου στην κατάσταση του έρωτα.  Δεν έχω ανάγκη να δηλώσω ερωτευμένη επειδή έτσι προστάζει η μέρα. Και δεν είναι μιζέρια , είναι ότι δεν γουστάρω να κάνω το μοναδικό συναίσθημα που με συγκινεί ένα ακόμα cliche για να γιορτάσω.Όπως ο ποιητής αρνείται να δηλώσει ποιητής επειδή ακριβώς θεωρεί την ποίηση κάτι πολύ υψηλό, έτσι και εγώ αρνούμαι να δηλώσω ερωτευμένη.Άλλωστε οι γιορτές τείνουν στο να γίνονται ένα υποκριτικό πανηγυράκι, τις περισσότερες φορές.  

Θέλω να σου πω μια ιστορία για τότε που κάτι ακόμα σκιρτούσε, αλλά δεν ξέρω αν θέλεις να ακούσεις. Εντάξει θέλεις. Κυριακάτικο μεσημέρι. Χειμώνας . Τα κοκκαλά μου έχουν ανάγκη το γιατρικό του ήλιου.  Ντύνομαι γρήγορα , στα μαύρα, πενθούσα γυναίκα που έχει καιρό να δει κάποιον που θα της κινήσει το ενδιαφέρον. Ο ήλιος αναλγητικό για την ψυχή. Το περπάτημα , αφροδισιακό.  Ερωτεύομαι την πόλη γιατί ποτέ δεν σταματά να με εκπλήσσει. Σχέση ασύμβατη. Χωρίς πρέπει. Χωρίς ρουτίνα. Το ραδιόφωνο με έδιωχνε από το σπίτι με απαλή και μουχλιασμένη jazz ενώ η ψυχή επιζητούσε με μανία την πανκ. Την ζωή. 

Περίπατος στην Καλλιθέα φίλε μου. Κάθε φορά η ίδια διαδρομή. Την άλλαξα πια . Πάω Νέα Σμύρνη. Τίποτα πιο σίγουρο από την μοναξιά και οι φίλες εξαφανισμένες. Βερμπαλιστική συνειδητοποίηση ότι είμαστε μοναδικές μονάδες που μια μέρα θα είμαστε άγνωστα μηδέν. Η Χαροκόπου. Κάποιοι γέροντες περπατούν να πέσει η πίεση. Έχουν αφήσει την γυναίκα στο σπίτι.  Θησέως. Νέοι έχουν γεμίσει τα καφέ. Χαζεύω βιτρίνες , χωρίς να χαζεύω. Σκέφτομαι. 

Η Μαλβίνα έλεγε ότι υπάρχουν πολλά είδη λύπης. Ένα από αυτά η λυποντροπή. Έλεγε δε, ότι λυποντρεπόταν όταν της τελείωνε ο έρωτας. Εγώ πάλι λυποντρέπομαι όταν βλέπω τις παράπλευρες απώλειες της νέας εποχής και του καπιταλισμού. Λυποντρέπομαι , όταν βλέπω αστέγους να είναι ξαπλωμένοι σε sleeping bang έξω από τράπεζες. Λυποντρέπομαι , που φοβάμαι πως τίποτα από τα κακώς κείμενα δεν θα αλλάξει , λυποντρέπομαι που δεν μπορώ να αλλάξω οριστικά αυτή την κατάσταση. Λυποντρέπομαι που βλέπω τις φιλανθρωπίες να γίνονται στο γυαλί για δημόσιες σχέσεις . Λυποντρέπομαι  ακόμαι που βλέπω ανθρώπους να γίνονται γρανάζια στην κρεατομηχανή του συστήματος ηθελημένα πλέον. Και όχι δεν τους κρίνω φίλε μου, απλά πάντα φτάνει η δύσκολη στιγμή να λογοδοτήσεις στον εαυτό σου και τότε βλέπεις που έκανες σκόντο και μπορεί να μετανιώσεις.  Εσύ αναρωτιέμαι λυποντρέπεσαι; Και αν ναι; Πότε περισσότερο;

Συνεχίζω τον δρόμο. Ακούω Ξύλινα Σπαθιά και το album Ξεσσαλονίκη. Άντε και να φεύγαμε σε δυο ώρες με το βραδινό το τραίνο. Να ζούσαμε μια περιπέτεια αναπάντεχη. Όπως τότε που βρεθήκαμε καταλάθος στον Πειραιά  στις 2 το βράδυ. Η μουσική δυνατά. Πάλι βιτρίνες. Πάλι ψεύτικες κούκλες. Πίνω μια γουλιά καφέ. Στρέφω το βλέμμα. Γνώριμη κορμοστασιά. Μίλαει στο τηλέφωνο. Xαμηλώνω την μουσική. Περπατάω λίγο πιο κοντά για να σιγουρευτώ. Γίνομαι για λίγο πληγωμένο χαζοκόριτσο , σαν την Βουγιουκλάκη . Βεβαιώνομαι. Περπατάω κοντά με μια μικρή απόσταση. Ευτυχώς δεν κοίταξε ποτέ πίσω του. Μιλάει δυνατά και θυμωμένα. “Μια Κυριακή έχω ελεύθερη και εσύ δεν θέλεις να βγαίνουμε” είπε απότομα, περπατούσε νευρικά. Άλλαξε πεζοδρόμιο ευτυχώς. Ακόμα δεν με είχε δει. Flashback όλα όσα είχε πει. Η προστατευτικότητά του και τα μάτια του.Ο τρόπος και η εφευρετικότητα του απλά για να αγγίξει τα χέρια μου. Η συζήτηση τα ξημερώματα στην μέση του δρόμου.   Πως να τα λησμονήσεις; Και πως να ερωτευτείς κάποιον που δεν σου εμπνέει ασφάλεια;  Μετά χαθήκαμε. Ίσως  και να είναι καλύτερα έτσι. 

 

Και ναι η ζωή δεν είναι ταινία αλλά κάποιες φορές προσιδιάζει σε τέτοια. Γιατί βλέπεις υπάρχουν συμπτώσεις. Και όσο μεγαλύτερη η πόλη τόσο πιο πιθανή η σύμπτωση. Γυρίζω πίσω. Αρκετή πραγματικότητα και μπρεηκχαρτ για μια μέρα φίλε. Ένας ακόμα έρωτας γκρεμισμένος στην παράξενη πόλη. 

Επιστρέφοντας , λίγο σαστισμένη επιστρέφει πάλι η Μαλβίνα και η λυποντροπή.  Ένας ακόμα άστεγος μιλάει με έναν περαστικό ενώ πετάει ένα μπουκάλι προς το μέρος των άλλων περαστικών. Παραλίγο να έρθει πάνω μου. Γελάει με την καρδιά του. Τον χαίρομαι έτσι όπως γελάει. Πετάει το μπουκάλι για πείραγμα. Να πειράξει όλους εμάς τους δήθεν και τους “μη μου άπτου” που δεν κάναμε ένα νεύμα να προσφέρουμε τσιγάρο στον άνθρωπο. Που έχουμε βολευτεί στην μιζέρια μας και δημιουργούμε ηλίθια προβλήματα εκεί που δεν υπάρχουν. Τον κοιτάω και αρχίζω και εγώ να γελάω γνωρίζοντας πως ίσως να έχει και δίκιο. Oι μέρες πέρασαν , τότε ήμουν ερωτευμένη.

Σήμερα δεν είμαι ερωτευμένη, όχι. Ούτε καν με τον εαυτό μου. Σήμερα απλά θα απεργήσω από τον έρωτα έχοντας ως πυξίδα το πνεύμα αντιλογίας που με διακατέχει. Φροντίστε μέχρι αύριο να μην ερωτευτείτε από σύμβαση και από συμβιβασμό. Nα μην τον μαγαρίσετε τον έρωτα όπως τόσα και τόσα άλλα. Μην καταντήσετε τον έρωτα ένα ακόμα cliché.

 

 

 

 

 

 

 

Και πάντα θα ακούμε την αγάπη…

Articles/Opinions, SHORT STORIES

  Η χθεσινή συναυλία στην Οδό Ονείρων του Γιάννη Αγγελάκα και της νέας του μπάντας που τον συντροφεύει ,ήταν η περίτρανη απόδειξη ότι ο Θεσσαλονικιός που ξεκίνησε με τις Τρύπες είναι ακόμα εδώ και αναθρέφει με τις νότες και τους στίχους του μικρά και μεγάλα αγρίμια. 

12417829_10153478540473212_4132964497151609890_n

Photo: Sotiris Gikas

Υπάρχουν κάποιοι καλλιτέχνες-όπως και άνθρωποι κάποιες φορές- που επιλέγουμε να τους παραμερίσουμε επειδή ακριβώς είναι αρκετά ξεχωριστοί ,ιδιαίτεροι και συνάμα σημαντικοί για εμάς . Γιατί δεν θέλουμε να χάσουν την ιδιότητα να είναι συνδεδεμένοι με πολύ προσωπικές στιγμές -και αυτό όχι δεν παραπέμπει μόνο σε έρωτες . Αυτό ασφαλώς  το συναίσθημα ,είναι δύσκολο να το κατανοήσει κανείς εάν δεν έχει κλάψει έστω μία φορά ακούγοντας την ¨Γιορτή¨ ή αν δεν έχει ακούσει το “Όταν χαράζει”  γύρω στο χάραμα.  Κάπως έτσι συνέβαινε και με τον Γιάννη Αγγελάκα τον οποίο ήθελα να δω πάση θυσία χθες  live.

Έχε στο νου σου ότι μπορεί να μην μπορέσουμε να δούμε τον Αγγελάκα . Γίνεται χαμός…” είπε ενώ ήμασταν ακόμα στο αυτοκίνητο και περνούσαμε από τον κεντρικό δρόμο ρίχνοντας μια ματιά στο στενάκι, που βρίσκεται το μαγαζί και που είχε γεμίσει κόσμο μέχρι έξω . Κόσμο που περίμενε για ένα πολυπόθητο χαρτάκι και αδημονούσε να σιγοτραγουδήσει μαζί με τον Γιάννη, όπως συνηθίζουν να τον αποκαλούν οι φίλοι και θαυμαστές του,όλα τα κομμάτια που συντρόφευσαν εφηβείες, έρωτες, καταθλίψεις, μανία σε μια μικρή  συναυλία – Γιορτή.  

“Ξέχασέ το , απόψε θα δούμε Αγγελάκα no matter what. ” είπα και το θέμα θεωρήθηκε λήξαν. Καταφέραμε να μπούμε ενώ το live είχε ήδη ξεκινήσει , παρ’όλ’αυτά, καταφέραμε να βρούμε λίγο χώρο και κάνοντας μύτες να αντικρύζουμε το πρόσωπο του καλλιτέχνη που μέσα από το σκοτάδι του μας δίνει σε στίχους την ζωή. 

Το μαγαζί ήταν κατάμεστο τόσο από νέους- ταξιδιάρες ψυχές- οι οποίοι ζούν την επαναστατική τους φάση και τους πρώτους δυνατούς έρωτες , όσο και από τους σημερινούς τριαντάρηδες και σαραντάρηδες, οι οποίοι μεγάλωσαν με τις Τρύπες και τον νέο τότε Θεσσαλονικιό που κουβαλούσε στην μουσική του το ροκ σκοτάδι . Κάποιοι αναφωνούσαν ” Πές τα Γιάννη!” , τραγουδούσαν , χόρευαν χωρίς να στρέψουν στιγμή το βλέμμα τους από την σκηνή.  Αν μπορεί να πει κανείς κάτι με σιγουριά για τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη είναι ότι έχει φανατικούς θαυμαστές , που δείχνουν σταθερά την αγάπη τους μέσα στο χρόνο .

 Μεταξύ άλλων σιγοτραγουδήσαμε και χορέψαμε το “Σιγά μην κλάψω” , την “Γιορτή”, την “Ταξιδάρα Ψυχή”  , το “Όπως ξυπνούν οι εραστές” και “Ακούω την Αγάπη” και το “Τραίνο”. Πέραν του frontman ,ο οποίος κατ’εμέ στα live στέκεται εξαιρετικά, ίσως πολλές φορές και καλύτερα φωνητικά από τα studio recordings του , η μπάντα που τον συντρόφευε μουσικά συμπλήρωνε τον καλλιτέχνη δίνοντας μία πιο σύγχρονη – και πιο νεανική , ας μου επιτραπεί- πνοή στα πλέον κλασσικά κομμάτια του

Συνοψίζοντας , το μαγαζί επιεικώς σειόταν στις νότες των κομματιών ενώ η ατμόσφαιρα ζεσταινόταν με την φωνή του “Γιάννη” όπως έτειναν να τον φωνάζουν οι θαυμαστές του μέσα σε όλο αυτό το “οικογενειακό” κατά κάποιο τρόπο live ,που σίγουρα ατμοσφαιρικά θα μπορούσε να του αποδώσει κανείς στοιχεία καφκικού σκοταδιού .

Τέλος, αν κάτι μας υπενθυμίζει πάντως, ο  Αγγελάκας  και η μουσική του σε κάθε live, είναι η περίτρανη απόδειξη πως δεν μπορείς να ζήσεις  την ζωή αν δεν αγγίξεις έστω και λίγο τον θάνατο. Γιατί μόνάχα έτσι δύνασαι να ακούσεις την αγάπη.

Το ποτέ πεπραγμένο

Blast from the Past, SHORT STORIES

Η τελευταία συνάντηση ήταν σε έναν ήσυχο κήπο μετά από βροχή. Τα λευκά τριαντάφυλλα είχαν δροσιστεί από κάτι μικρές στάλες της βροχής και ο ουρανός ήταν γκρίζος χωρίς προοπτική να ξεπηδήσει από μέσα του καμία ηλιαχτίδα. Η δική τους ηλιαχτίδα ή φλογίτσα – δεν μπορώ να αποφασίσω – έσβηνε όλο και περισσότερο μέχρι που κατέληξε να γίνει παγερή χειραψία, αδιάφορη περισσότερο και από αυτές τις δήθεν “επαγγελματικού επιπέδου” που ανοίγουν το δρόμο στις συνεργασίες. Ή που μπορεί να τις λήγουν κιόλας.

 

– Ίσως όταν μάθω να γράφω να σου στείλω δυο σημειώσεις με τίτλο “Ευχαριστώ και συγνώμη” στο τότε σπίτι σου.
– Η συγνώμη ευπρόσδεκτη, μα το ευχαριστώ γιατί;
– Ευχαριστώ, γιατί έστω και μέσα από αυτή την στασιμότητα της κατάστασης, με βοήθησες να κάνω πρόοδο.
– Τι είδους πρόοδο δηλαδή;
– Να, ας πούμε ότι έμαθα ότι ανάμεσα στους τόσους διαβρωμένους, στους τόσους εκμεταλλευτές, μπορεί να υπάρχουν όντως άνθρωποι, ελάχιστοι βέβαια, που δεν λειτουργούν με κίνητρο πόση ζημιά θα σου προκαλέσουν.
– Λυπάμαι, που δεν μπορώ να σου πω και εγώ «ευχαριστώ».
– Ξέρεις κάτι; Δεν πειράζει. Έχω αναγνωρίσει που οφείλεται η αποτυχία αυτού του χημικού πειράματος.
– Α, γίναμε χημικό πείραμα; Ενδιαφέρουσα θα είναι η θεωρία σου, για πες.
– Πολύ ομοιότητα στις ψυχοσυνθέσεις και υπερβολικές δόσεις ανασφάλειας και από τις δυο πλευρές.

 

Το πρόσωπο του απέκτησε ένα συγκρατημένο χαμόγελο συγκατάβασης. Σα να μου έλεγε “δίκιο έχεις”.
Θυμάμαι, πως δεν μίλησε πολύ. Ήμουν κάτι παραπάνω από μόνη σ΄αυτό.

 

– Αυτά είχες να μου πεις;
– Ναι, αν θες μπορείς να πεις και εσύ οτιδήποτε θέλεις.
– Οι συνθήκες φταίνε που δεν πήγε καλά.
– Ξέρεις, όχι δεν φταίνε οι συνθήκες. Εμείς τις φτιάχνουμε αυτές. Δεν είμαστε υποχείριο κάποιου, κι αν ανήκουμε σε κάποιον, αυτός είναι αποκλειστικά και μόνο ο εαυτός μας.

 

Σταματήσαμε να μιλάμε. Έκατσα σε ένα πεζούλι, το οποίο είχε προστατευτεί από τις δροσοσταλίδες και είχε μείνει στεγνό περιμένοντας εμένα. Κοίταζα στον ορίζοντα χωρίς ουσιαστικά να κοιτάζω. Η εικόνα μπροστά μου ξεθώριαζε. Θόλωνε. Ο νους μου πέρασε αυτή την διαδικασία “flashback”, που λένε ότι περνάει ο άνθρωπος, προτού ξεψυχήσει εντελώς, όταν το σώμα του νεκρώνει. Παραδόξως καμία αποσύνθεση. Και πώς να πέθαινα άλλωστε με τόση μανία και πάθος για τη ζωή μέσα μου; Είδα μονάχα επιλεκτικά σκηνές που είχαμε περάσει μαζί. Τη μέρα που εγώ ντυμένη σαν χίπισσα, με ένα κόκκινο μαντήλι στα μαλλιά και κάποιες μαργαρίτες σφηνωμένες σ’ αυτό, τραγούδαγα, συνοδεύοντας την κιθάρα του και έτσι αναβιώναμε κάποιο ξεχασμένο woodstock, από τα κλειδωμένα ντουλάπια μη υπαρκτών αναμνήσεων, μέσα στην δεύτερη νεανική εφηβεία μας.

 

Τότε που είχαμε χαθεί με το αυτοκίνητο κάπου στην Πελοπόννησο, έσκασε το λάστιχο και σκεφτόμασταν να εγκαταλείψουμε το αυτοκίνητο και να κάνουμε ωτοστόπ σε έναν τσιγγάνο που είδαμε για να επιστρέψουμε, την συναυλία που πήγαμε και μετά γυρίσαμε με τα πόδια το ξημέρωμα χωρίς να νοιαζόμαστε ιδιαίτερα για το αύριο ή για το αν πονούσαν τα πόδια μας λόγω των αλήτικων παπουτσιών μας συζητώντας παράλληλα στον δρόμο, και τις άλλες φορές που απλώς μείναμε σπίτι διαβάζοντας κάποιο βιβλίο – μάλλον ποίησης ή πολιτικής αφού αυτά μας άρεσαν – σε κάποιο μπαλκόνι, κοντά στο λόφο του Στρέφη, κάτι καλοκαιρινά βράδια με συντροφιά λίγο κόκκινο κρασί, ενώ έξω είχε νυχτώσει. Εξέπνευσα, όχι επιθυμώντας να αποποιηθώ κάποιο βάρος που έκρυβα μέσα μου, μα θέλοντας να μετριάσω αυτή την γλυκόπικρη μελαγχολία. Γλυκόπικρη γιατί το είχα ζήσει, μα τώρα τελείωνε ή μάλλον το διέγραφε.

 

 

Δεν δύναμαι να γνωρίζω τι σκεφτόταν ή τι έκανε όση ώρα είχα παραδοθεί σ΄ αυτό το νοητό ταξίδι και ταυτόχρονα εθελούσιο βασανιστήριο, μα έχω την εντύπωση ότι έτριβε τα μάτια του σαν να ήθελε να μην δω ίσως και την δική του στεναχώρια.

 

– Κλαις;
– Είσαι ανόητη; Απλά με ενοχλούν οι φακοί μου.
– Ποτέ δεν ήσουν καλός ψεύτης. Η φωνή σου αλλάζει, λυγίζει, ειδικά όταν λες ψέματα θλιμμένος. Άλλωστε ποτέ δεν μπόρεσες να μου πεις ψέματα, γιατί να το δοκιμάσεις τώρα; Καλά ψέματα μπορούν να πουν μόνο οι πολύ έμπειροι και ταλαντούχοι ψεύτες.
– Παράτα με επιτέλους ήσυχο. Σε βαρέθηκα. Βαρέθηκα τις αναποφασιστικότητες σου, τις κυκλοθυμίες σου. Και με κούρασε που έχω γίνει και τόσο προβλέψιμος για εσένα. Με πεθαίνει η ρουτίνα αυτής της σχέσης- αν είναι σχέση. Θέλω να φύγω, με διώχνεις, μα δεν θέλω να σ’ αφήσω.
– Σκέφτομαι ακριβώς το ίδιο. Μα δεν μου το κάνεις εύκολο. Συνέχεια το ίδιο μοτίβο. Αδυνατώ να καταλάβω γιατί φεύγεις, γιατί θυμώνεις. Και πάλι εγώ δεν μπορώ να φύγω.
– Φεύγω εγώ. Πρέπει να τελειώσει. Δεν λειτουργεί. Δεν το βλέπεις; Είναι ένας αέναος αγώνας στον οποίο αλληλοπληγωνόμαστε.

 

Τον κοίταξα προσπαθώντας να μετριάσω κάθε ανατριχίλα του γκρίζου συναισθήματος που μου προκαλούσε το φευγιό του. Δεν μπορούσα να κάνω και πολλά. Να του άρπαζα μήπως το μπράτσο; Όχι κάτι τέτοιο θα αντέβαινε στην αρχή που είχα και για μένα. Ο καθένας ανήκει αποκλειστικά στον εαυτό του και σε κανέναν άλλο. Στους άλλους, όταν τους αγαπάμε, παραχωρούμε οικειοθελώς χώρο χωρίς ενοίκιο ή οποιοδήποτε αντάλλαγμα μα μέχρι εκεί. Ανήκουμε σε εμάς, εάν θέλουμε να ζήσουμε ελεύθερα.

 

Δεν του είχα γράψει κανένα ποίημα να του το κάνω δώρο, μια που πήρε την απόφαση να με αφήσει πρώτος. Έτσι, για την αποφασιστικότητα που είχε σε αντίθεση με εμένα. Γιατί όπως και να’ χει πάντα θέλω να είμαι γενναιόδωρη. Δεν με πειράζει να μένω εγώ στο τέρμα μόνη με τον εαυτό μου. Αγαπώ εξαιρετικά την ελευθερία μου και την μοναχικότητα μου. Μέσω αυτών των αξιών πορεύομαι. Ούτε καμία επιστολή με τίποτα ρομαντικά γλυκόλογα του τέλους, που υπό διαφορετικές συνθήκες πιθανώς να χλεύαζα – μα όχι κακοπροαίρετα. Bλέπεις, ένα μελό ή ρομαντικό κείμενο δεν είναι πάντα επίκαιρο για έναν συγκεκριμένο άνθρωπο. Επικαιροποιείται ανάλογα με τα συναισθήματα του και την ψυχική κατάσταση στην οποία βρίσκεται.

 

– Πάρε αυτό το τριανταφυλλάκι τουλάχιστον ως ένδειξη φιλίας και “ανακωχής”.
– Ανακωχής γιατί; Δεν τσακωθήκαμε ποτέ.
– Υπήρξα μεγάλος μπελάς για σένα. Ίσως μονάχα μπελάς. Προκάλεσα περισσότερες πληγές απ’ όσες γιάτρεψα – αν γιάτρεψα καμία.
– Μη μιλάς άλλο. Άλλωστε τα λόγια μας κατέστρεψαν. Αυτά τεμάχισαν τις πράξεις.
– Απλά πάρ’ το και κάνε ότι στο καλό θέλεις. Αν δε σε νοιάζει, πέτα το φεύγοντας.

 

Το πήρε και έφυγε. Με τα σταθερά βήματα του. Δεν έμαθα ποτέ τι έγινε με το τριαντάφυλλο που του έδωσα. Έμεινα λίγο ακόμα στο ίδιο σημείο. Πάντα χρειαζόμουν λίγο χρόνο. Έψαξα στην τσάντα μου και έβγαλα τα τσιγάρα μου. Δεν ξέρω για το κουβάρι της ζωής μου και πώς θα το ξεμπλέξω, μα σίγουρα είναι κόκκινο. Πάντως, αυτή η ιστορία με δίδαξε. Κατάλαβα γιατί οι άνθρωποι καπνίζουν και πότε. Όταν δεν έχουν να πιαστούν από κάπου αλλού. Όταν μένουν μόνοι με τον εαυτό τους. Όταν αισθάνονται μια συντριβή ή μια ατελέσφορη θλίψη. Όταν κάποιος φεύγει εν τέλει. Όταν δεν είναι ευτυχισμένοι μάλλον.

 

Από εκείνη τη στιγμή σταμάτησα να νιώθω. Το μόνο που θα ήθελα να ξέρω με κάθε μικροσωματίδιο της ύλης μου και κάθε σπιθαμή της ψυχής και του μυαλού μου, είναι το τι σκεφτόταν – τι σκέφτεται τώρα. Τι πιστεύει. Τι νιώθει.

 

Σε λίγο έπιασε βροχή ξανά. Δεν είχα ομπρέλα. Θ΄ αρρώσταινα, μα τι σημασία είχε; Ήμουν ήδη άρρωστη και με μόνο πανωφόρι τις αναμνήσεις μου – ή μας. Πάλι δεν μπορώ να αποφασίσω.

Και πάλι η μνήμη μου θολώνει, ξεθωριάζει. Και δεν θυμάμαι αν η φαντασία μου με ενημέρωσε όντως για την φυγή του, ή αν ποτέ με παράτησε πραγματικά λέγοντας μου «Φεύγω», χωρίς παρενθέσεις, κόμματα και άνω τελείες.

Κάτω στην πόλη

Blast from the Past, SHORT STORIES

Ψάχνει καταφύγιο στην πόλη που αναπνέει και που την πνίγει συνάμα. Τα μάτια της δε χορταίνουν να κλέβουν κινηματογραφικά πλάνα. Ανθρώπους, ανθρώπους, ανθρώπους. Έχει δει πρώτα τη θλιμμένη του μετρό με τα μεγάλα εκφραστικά μάτια, τα οποία περιβάλλονταν από μαύρους κύκλους. Μαύρα ρούχα, βλέμμα χαμένο.

Βρίσκεται έξω τώρα. Αρθρώνει δυο λέξεις στο τηλέφωνο. Πίνει λίγο νερό. Την πλησιάζει ο ρακένδυτος της 3ης Σεπτεμβρίου. Δε φοβάται.Φοβάται άνθρωπος τον άνθρωπο; 

«Αν το πιεις, δώσε μου να γλείψω μια σταγόνα, έχω να πιω νερό από  προχθές». Του δίνει το μπουκάλι. Για εκείνη είναι μια απλά καλή πράξη, για εκείνον θέμα επιβίωσης.

 

katw-stin-poli1

Λίγο πιο δίπλα, βλέπει την κυρία με τα μεγάλα νύχια. Φοράει πέδιλα και κουβαλά όλη της τη ζωή σ’ένα μεγάλο σάκο. Κοιτάζει μ ’επιθυμία τα προϊόντα του ζαχαροπλαστείου. Πεινάει λέει, κι επειδή έχουνε απομείνει και κάτι άνθρωποι, οι υπάλληλοι της δίνουν κάτι. Μ’ αυτή την εικόνα η ρεαλιστική της πλευρά δέχεται ένα ισχυρό πλήγμα. Στους ρεαλισμούς της λέγανε πως δύσκολα χωράει η ανθρωπιά – πρωτιά έχει το συμφέρον. Πάντως ποτέ δεν ήταν και υπέρμαχος του ρεαλισμού, μάλλον τον μαχόταν και ας μίλαγε ρεαλιστικά ψυχρά για να πιστέψει κι η ίδια τα λόγια της.

Δεν προφταίνει να βλέπει. Αγχώνεται για να φωτογραφήσει τα πάντα με τα μάτια. Ανθρώπους και οτιδήποτε άλλο βρεθεί στο διάβα της.Βλέπει συνθήματα σε τοίχους που δείχνουν ότι η νιότη πεθαίνει γι’ αλλαγή. Η νιότη πεθαίνει για «Ζωή όχι επιβίωση», όπως διαβάζει σε κάποιο τοίχο. Η νιότη είναι αντιδραστική. Η νιότη είναι δακτυλοδεικτούμενη και κατηγορείται ότι αδρανεί. Ότι έχει βολευτεί. Κατηγορείται από παπαγάλους που ποτέ δε την ρώτησαν. Η νιότη σήμερα χάνεται βίαια. Ή παιδί ή σκλάβος της ενήλικης ζωής. Ενδιάμεσα δεν έχει. Νιότη δύσκολα θα βρεις.

Η ώρα είναι περασμένη. Η βιασύνη την πνίγει. Στο σταθμό του τραίνου βλέπει μερικά αρπακτικά. Αρπακτικά γιατί δεν παίρνουν τη ματιά τους από πορτοφόλια και τσάντες. Κανονικά γεράκια σου λέω. Είναι και κάποιοι άλλοι που λένε ότι μας προστατεύουν. Μάλλον όμως κι εκείνοι απλά παίζουν ένα ρόλο σ’ αυτή την πρόζα. Αλλιώς δε θα γινόταν αυτό το νταραβέρι δυο πιτσιρίκων με χέρια και τσέπες.

Μπορεί τελικά να έχει μεγάλη παρατηρητικότητα, κι ας της έλεγαν στο σχολείο ότι έκανε λάθη απροσεξίας. «Λάθη απροσεξίας» έχουμε κάνει όλοι σ’ αυτό τον κόσμο, αλλά δε πειράζει αρκεί να αναλαμβάνουμε την ευθύνη και να λέμε πως θα τον αλλάξουμε.

~

Και μέσα σ’ αυτή την πόλη, είδα ένα φως που δεν σβήνει ποτέ.

 

katw-stin-poli2

Τα λαικά παιδιά

SHORT STORIES

Που λες παλιόφιλε , αυτές τις τελευταίες μέρες- πες βδομάδες καλύτερα – τα έχω σπάσει με τον ύπνο. Κάθε μέρα ξαπλώνω νωρίς μα δεν τολμώ να κλείσω μάτι. Η σκέψη μας συντροφεύει πάντα αυτές τις ώρες. Βράδυ . Χἀραμα. Ώρες που απαιτούν μαγκιά για να είναι κανείς ξύπνιος. Να αναμετρηθεί με τους δαίμονες του ή να αναλογιστεί  τα πεπραγμένα και τ’ανεκπλήρωτα.

Διάβαζα σε ένα απόσπασμα από ένα βιβλίο της Μαλβίνας ότι ο έρωτας πάει πακέτο με την αϋπνία . Και η Μαλβίνα έχει δίκιο.  Πως να κοιμηθείς αν σκέφτεσαι μιαν όψη; Κάθε χαρακτηριστικό. Κάθε άγγιγμα. Κάθε παραμικρή και μοναδική λεπτομέρεια. Κάθε τι ασήμαντο που το βράδυ εξευμενίζει και το κάνει σημαντικό.

Γύρω στα εικοσιοχτώ μου – ίσως να ήμουν και εικοσιεφτά- γνώρισα κάποιον. Είχαν προηγηθεί κάτι χαζές γνωριμίες με τύπους που ήταν μέτριοι στα πάντα τους και εγώ από ευγένεια αλλά και από γεννιαωδωρία για να τους κάνω να νιώσουν καλύτερα με την πάρτη τους τους έλεγα ότι ήταν εξαιρετικοί σε όλα. Και περισσότερο στην Τέχνη τους. Αυτό τους ένοιαζε και περισσότερο. Μεγάλο κουσούρι παλιόφιλε το να τα μπλέχεις με καλλιτέχνες. Χειρότερη φυλή από δαύτους δεν γνώρισα. Όλο παραξενιές. Και ξέρεις έ; Κάθε τεχνίτης και άλλο κουσούρι. 

Να καταλάβεις όταν είχα πατήσει τα εικοσιένα με κόρταρε ένας ζωγράφος. ” Θα σε ζωγραφίσω ” μου λέει.  Άσε μας βρε άνθρωπε μου σκεφτόμουνα. Εδώ δεν μπορώ να κουμαντάρω εμένα , θα κουμαντάρω και το πορτρέτο μου; Δεν έπαιρνε από λόγια. Όλη μέρα κλεισμένος σε ένα υπόγειο ζωγράφιζε. Με πήγε και σε όλες τις γκαλερί. Έμαθα για τεχνοτροπίες. Για χρώματα. Για τους Νταβίντσιδες και για τους Μποτιτσέλιδες. Την είχε δει και λίγο καθηγητής και μου ανέλυε τα πάντα. Λες και σπούδαζα στην Καλών Τεχνών ένιωθα. Τα καλοκαίρια ανέβαινε από το πρωί στην ταράτσα του σπιτιού και καθόταν οκλαδόν στον ήλιο.”Πωλ θα πάθεις ηλίαση, θα ζαλιστείς φώναζα ενώ έψηνα τον καφέ μου γύρω στις  12 το μεσημέρι ! ” Άλλο και τούτο πάλι. “Όχι Παύλος μου είχε πεί, Πωλ θα με αποκαλείς.”  Και μετά μου απαντούσε ” Ο άνθρωπος Ζανέτ — λές και δεν  μπορούσε να με πει Ιωάννα – πρέπει να φωτίζεται με πρώτο σημείο το κεφάλι.  Να μην στα πολυλογώ είχε την καύλα με τα γαλλικά του και μια μέρα του την βάρεσε και μάζεψε την προίκα του και πήγε στον Σηκουάνα λέει να ζήσει την μποέμ καλλιτεχνική ζωή και να ζωγραφίζει εκεί.

Mετά ευτυχώς έφυγε αυτός και είπα πως θα γλιτώσω από τους παράξενους. Αμ δε!  Έπειτα ήρθε ένας συγγραφέας. Αυτοί και αν έχουν κουσούρια. Το πιο σημαντικό το ψέμα φίλε μου. Άσε που εκμεταλλεύονται τα πάντα. Να του λέει ο άλλος τον πόνο του και εκείνος να τον κάνει στόρυ λέει για βιβλίο. Λές και πρέπει να τα γράφουμε όλα για να τα μαθαίνει ο κόσμος. Λές και πρέπει να παραβιάζεται κάθε ιδιωτικότητα . Τόσα όμως ξέρω και γω , τόσα λέω. Μπορεί να είναι και καλύτερα να τα διαβάζει ο κόσμος. Αυτόν που λες τρόμαζα να τον βγάλω από το σπίτι. Όλη μέρα έγραφε ασταμάτητα. Οι συγγραφείς είναι επίσης κουτσομπόληδες. Όταν έβγαινε μάθαινε τα πάντα  και τα έβαζε στα βιβλία του. Ποια έφυγε από το σπίτι της για να ταξιδέψει με ωτοστόπ, ποιος πέθανε ξαφνικά και από τι , ποιος έλεγε πως πάει επαγγελματικό ταξίδι και πήγαινε στο καζίνο. Όλα σου λέω. Άσε που αυτοί αγαπάνε τόσο πολύ τα λόγια που ξεχνάνε να κάνουν πράξεις. Ξεχνάνε να ζήσουν.  Και εγώ βλέπεις δεν μπορούσα να ζήσω μόνο με λόγια.  Να μην στα πολυλογώ το διαλύσαμε και με εκείνον. Εξαφανίστηκα εγώ αυτή την φορά.

Δε βαριέσαι λέω. Χέσε τους έρωτες. Πήρα σκύλο. Μάλλον με δέρνει κατάρα λέω. Πάμε που λες με πέντε φίλους σε ένα ταβερνάκι στον Πειραιά ένα βράδυ. Είχε και ορχήστρα που έπαιζε ρεμπέτικα. Αυτούς τους Αγιούς που χάσαμε και δεν θα ξαναϋπάρξουν ισάξιοι τους. Μπέλλου, Βαμβακάρης , Χασκήλ, Χιώτης. Χαζεύω τον κατάλογο.Έρχεται που λες το γκαρσονάκι να παραγγείλουμε. Ακούω φωνή. Σηκώνω βλέμμα. Σεισμός μέσα μου. Χαμηλώνω τα μάτια. Ξανακοιτάω να σιγουρευτώ ότι δεν πρόκειται για όνειρο. Τα μάτια του καταγάλανα , καθαρά κι όμως πετούσαν φωτιά. Μύτη γαμψή σαν αετού ράμφος. Κορμοστασιά λεβέντικη. Με χτύπησε στο κεφάλι σου λέω, όπως χτύπαγε κάποτε τον Πωλ ο ήλιος. Ήταν όμως διαφορετικός. Λαϊκό παιδί . Λαϊκότατο. Γέννημα θρέμμα Πειραιώτης. Λίγο μάγκας . Λίγο χύμα. Δεν ήξερε από σαβουάρ βιβρ όπως οι άλλοι, οι κουλτουριάρηδες. Διάβαζε αθλητικά και άκουγε λαϊκά. Αγαπημένος του ήταν ο Ζαμπέτας . Μια μέρα με προβλημάτισε μια φίλη όταν της είπα πως έχουν τα πράματα. “Και τι θα συζητάτε; Για τον Ολυμπιακό ;” είπε. Αλλά δε με ένοιαζε.

03c58ec472f4f5a35dae5ef41e71d5a4

Αγύριστο κεφάλι πάντα. Τα βρήκαμε κάποτε. Έκανε πράξη όσα οι άλλοι πάντα ήξεραν  να αφήνουν στα λόγια. Πηγαίναμε που και που και γήπεδο. Και κάναμε βόλτες στο λιμάνι. Και δε με ένοιαζε που δεν ήξερε να χρησιμοποιεί φανφαροειδείς λέξεις. Ούτε που δεν είχε ιδέα για την Αφροδίτη του Μποτιτσέλι και αν ο Μικελάντζελο ήταν έντεχνος τραγουδιστής ή ζωγράφος . Ούτε που  δεν είχε διαβάσει όσα έγραψε ο Μίσσιος για να μάθει πως το ζήσανε οι κομμουνιστές από μέσα. Άλλωστε και αυτός κομμουνιστικά ζούσε και δεν το’ξερε. 

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος έλεγε πως είναι εναντίον των κουλτουριάρηδων. Κάτι παραπάνω θα’ξερε. Τον συμμερίζομαι. Άρχισα και εγώ να επαναπροσδιορίζω αρετές και αξίες. Η αλήθεια  και η ομορφιά βρίσκεται στην απλότητα και την λαϊκότητα που την ακολουθεί. Άρχισα να πιστεύω περισσότερο στα λαϊκά παιδιά από τους κουλτουριάρηδες παλιόφιλε. 

Kαταφύγιο

SHORT STORIES

«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
Θα την αλλάξουμε τη ζωή
παρ’ όλα αυτά Μαρία.

-Κατερίνα Γώγου

Κάποτε ήξερα δύο παιδιά. Πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Τότε πήγαιναν σχολείο. Ξυπνούσαν πρωί και περπατούσαν μέχρι να φτάσουν. Συμφωνούσαν κιόλας πως τα σχολεία είναι κλουβιά με ρομπότ διδάσκοντες που κάνουν πλύση εγκεφάλου. Αν δε χωρέσεις στην κανονικότητα τους, δεν αξιζεις , δεν άξιζες ποτέ θα πουν και αν θελήσεις να φέρεις αντίρρηση αποβολή θα σου πουν. Αυτοί έχουν την εξουσία , οι ίδιοι και την εύκολη λύση.

Τότε φεύγαμε νωρίτερα τις τελευταίες ώρες. Ξέραμε ότι η παιδεία μας δεν ήταν ότι επιθυμούσαν να φυτέψουν στο κεφάλι μας. Μήπως νομίζεις συζητούσαν ; Μήπως τους ένοιαζε να μπει ο ήλιος στο κεφάλι μας και να γίνουμε όλοι φώς ; Όχι , όχι.  Οι περισσότεροι χασμουριόνταν μάλιστα ενώ μας μιλούσαν. Υπήρχαν όμως και εξαιρέσεις. Πάλι μια Κατερίνα μας μιλούσε – άφηνε τους Αρχαίους της και τους Λατίνους, και τον Καβάφη να κάθεται στον΄ίδιο καναπέ με τον Ελύτη – προείχαμε εμείς. Πόσες Κατερίνες έφτιαξαν την ζωή μου!

Πηγαίναμε σε ένα ερειπωμένο σπίτι το οποίο είχαμε κάνει κρυψώνα μας. Το είχαμε φτιάξει για την παρέα μόνο και είχαμε συμφωνήσει να μην καλούμε άλλους. Ο Γ. είχε φέρει το πικάπ που είχαν στο σπίτι . Έτσι κι αλλιώς έλεγε δεν άκουγε και κανένας. Και τους δίσκους. Εγώ είχα φέρει κάτι μαξιλάρια της γιαγιάς μου , που δεν τα ήθελε. Τι μανία και εκείνες οι γιαγιάδες , έχουν τόοοσα μαξιλάρια και τόσα σεμεδάκια . Αλλά φαντάζομαι αυτό είναι η δουλειά των γιαγιάδων, να κακομαθαίνουν τα παιδιά και να κάνουν συλλογή σεμέν και μαξιλάρια. Ο Β. έφερνε διάφορα ποτά που έβρισκε στην κάβα του πατέρα του και έτσι φτιάχναμε το σπιτικό μας. 

e5cbb9671a31447b798f24325aae0226

Ο Β. ήταν ο καλύτερος φίλος του Γ. Λέγανε πως θα κάνουνε μαζί μια μπάντα και θα πάνε να μείνουνε στην Αμερική. Λέγανε ακόμα πως η μητέρα του Β. είχε κερδίσει στο τζόκερ πολλά λεφτά. Αργότερα είπανε ότι ο Β. έμπλεξε με φούντες και ο εγκέφαλος χάζεψε. Εγκατέλειψε κάθε φιλοδοξία. Έλεγε μετά πως ήθελε να γίνει μάγειρας αλλά τελικά βολεύτηκε να κουρεύει το γκαζόν ως εργαζόμενος του Δήμου. Θυμάμαι που μου έλεγε συνέχεια όταν μαζευόμασταν “είπες στην κοκκινομάλλα; ” με την ανάλογη  αστεία μαγκιά που φέρουν τα δεκαεξάχρονα. Και η κοκκινομάλλα ερχόταν και εκείνη γιατί ήταν τσιμπημένη με τον μάγκα .

Όταν πηγαίναμε στο σπίτι είτε μετά το σχολείο είτε αφού βάζαμε για ύπνο τους γονείς μας το βράδυ , ή ακούγαμε δίσκους στο πικαπ ή μας τραγουδούσαν ο Γ. ο Β. και οι άλλοι δυο φίλοι που είχαν πρόσβαση στο καταφύγιό μας. 

Ο Γ. έλεγε ότι ήθελε να γίνει μουσικός και να εγκαταλείψει για πάντα την Ελλάδα. “Θέλω να μοιάσω στον Morrisson . ” έλεγε  και καταλάβαινες αμέσως ποιο ειναι το ειδωλό του. Του έμοιαζε και στην μορφή. Ποτέ κοντοκουρεμένα μαλλιά. Φωνή βαθιά , σκοτεινή. Βλέμμα γεμάτο μυστήριο. 

Και έτσι χτίζαμε λίγο λίγο την παιδεία που δεν νοούταν χώρια από την ζωή μας. Εκείνος τραγουδούσε με τους φίλους του σχεδόν κάθε φορά το “People are strange ” που ήταν και το αγαπημένο του . Ο Ν. ο πιο μικρός , που τον προσέχαμε πολύ γιατί βίωσε βίαια την απώλεια και τον στοίχειωνε ένα φάντασμα που του έλειπε , έπαιζε ντραμς. Δεν χάθηκε. Δεν ξεπουλήθηκε. Δεν άφησε το κακό να τον αλλάξει.  Όσο εκείνοι μιλούσαν με νότες, εμείς διαβάζαμε με φόντο την φωνή και την μουσική τους. Έκαναν κάποιες φορές και λάθη με τις νότες.

Εκείνοι μας μάθαιναν για τους  κατεστραμένους Αγίους της Μουσικής τους και εμείς τους μυούσαμε στον πόνο των Λόγιων Θεών μας.  Εγώ και η κοκκινομάλλα τους μιλούσαμε για λέξεις που γράφονταν με φωτιά στους δρόμους και που εμείς μαθαίναμε από κάτι μικρά βιβλιαράκια , καθώς ήμαστε επαρχιοτόπουλα και δεν είχαμε μέχρι τότε την ευκαιρία να αναπνεύσουμε σ’αυτή την άσφαλτο. Συζητούσαμε για ιδεολογίες και όνειρα φτιαγμένα από τα θρύψαλα μιας ολόκληρης γενιάς. Για την κονσερβοποίηση των ανθρώπων και την φτώχεια. Την πίστη των φτωχών ότι οι ηγέτες σαν  άλλοι θεοί θα μετατρέψουν τα σκουπίδια σε φαγητό και ότι θα δουλέψουν πια όσοι την αεργία τους καταριούνται. Για την αλλαγή που θα φέρει ένας ευνοϊκός και σαρωτικός άνεμος. Και πως αυτά δεν θα γίνουν μόνο με λόγια και πίστη.  Για να κερδίσεις πρέπει να ματώσεις, τους λέγαμε. 

Συνάντησα τον Γ. πέντε χρόνια αργότερα. Βιαστικά. Φευγαλέα. Αμήχανα. Ανταλλάξαμε ένα αδιάφορο γειά και ένα συγκρατημένο χαμόγελο. Από εκείνα που προσπαθούν να κρύψουν όσα σκέφτεσαι όταν βλέπεις μετά απο καιρό κάποιον άλλοτε σημαντικό για σένα. 

Τι κάνεις ; Που βρίσκεσαι;

Εδώ. Δουλεύω;

Αλήθεια; Που; 

 Μπήκα στο στρατό. Εσύ τι κάνεις;

Άνοιξα ένα βιβλιοπωλείο στην Αθήνα. 

Απογοητεύτηκα που τον είδα να έχει βολευτεί, να πεθαρχεί χωρίς να σκέφτεται και να προσκυνάει βόθρους. Πίστευα σε εκείνον. Άλλαξε πολύ. Το σύστημα τον άλλαξε πάρα πολύ, δεν έφερε καμία αντίσταση όπως μας συμβούλευε ο θείος Χρόνης. Αλλά οι άνθρωποι είναι οι επιλογές τους. Εγκαταλείπεις λίγα κομμάτια του εαυτού σου για να βρείς μια δουλειά, εγκαταλείπεις λίγη ανθρωπιά για να χωρέσεις στον τόσο υπέροχα φτιαγμένο ψεύτικο κόσμο τους. Δεν μπορείς να έχεις βλέπεις τα πάντα. Κάτι δίνεις , κάτι παίρνεις, κάτι χάνεις. Αυτή είναι η ζωή. 

Κι όσο το παρόν υφαίνεται απροσδόκητα  και το μέλλον παραμένει άγνωστο , μονάχο μας καταφύγιο, φωλιά με θαλπωρή θα έχουμε το παρελθόν μας. Εκεί θα κουρνιάζουμε τις κρύες μέρες με βροχή.